Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

Καλωσορίσατε στην Έρημο του «Ευρωπαϊκού» Καπιταλισμού—Δημήτρη Σωτηρόπουλου και Γιάννη Μηλιού

Καλωσορίσατε στην Έρημο του «Ευρωπαϊκού» Καπιταλισμού—Δημήτρη Σωτηρόπουλου και Γιάννη Μηλιού

αποσπασμα
''
Είδαμε και προηγουμένως ότι η στρατηγική του ευρώ αντιστοιχεί σε ένα μηχανισμό που μεταφέρει διαρκώς πιέσεις για αναδιοργάνωση της εργασίας στις διαφορετικές χώρες-μέλη. Από αυτή την άποψη οι εργαζόμενοι πλήττονται συστηματικά τόσο στο «κέντρο» όσο και στην «περιφέρεια» της ευρωζώνης. Και εάν η Γερμανία κατόρθωσε να διατηρήσει χαμηλό εργατικό κόστος κυρίως μέσα από τη συμπίεση των μισθών, αυτό οφείλεται τόσο στους συγκριτικά χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης όσο και στις ανταγωνιστικές πιέσεις που δέχτηκαν τα ατομικά της κεφάλαια μέσα στον ίδιο πάντα μηχανισμό του ευρώ.32
Ο μηχανισμός του ευρώ αποτελεί ένα ιδεατό διάγραμμα οργάνωσης της καπιταλιστικής εξουσίας. Στην πράξη, ωστόσο, η προσαρμογή δεν μπορεί να είναι τέλεια. Όταν οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα (εισοδήματα + παραγωγικότητα) αποκλίνουν σημαντικά (όποια και εάν είναι η αιτία), θα πρέπει να υπάρξει μία κάποια “διόρθωση”. Ο μηχανισμός της συναλλαγματικής ισοτιμίας δεν μπορεί να έχει ρόλο στο εσωτερικό του ευρώ, αλλά έτσι και αλλιώς ποτέ δεν αποτέλεσε αξιόπιστο μηχανισμό διόρθωσης των διαφορών στην ανταγωνιστικότητα (στο βαθμό που αναφερόμαστε σε ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες). Η δυνατότητα της υποτίμησης πολλές φορές μάλιστα αποβαίνει “θετική” για την εργασία αμβλύνοντας τις πιέσεις που μεταφέρει ο διεθνής ανταγωνισμός και έτσι ποτέ δεν συγκαταλέγεται στις “πρώτες επιλογές” του συλλογικού κεφαλαιοκράτη.
Τα επενδυτικά κεφάλαια των περισσότερο ανταγωνιστικών χωρών του “κέντρου” αναζητούσαν υψηλότερη κερδοφορία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα των χωρών της “περιφέρειας”. Με τον τρόπο αυτό ενίσχυσαν τους ήδη σημαντικούς ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ στις τελευταίες, “χρηματοδοτώντας” σε κάποιο βαθμό τις ίδιες τις εξαγωγές του “κέντρου”. Οι ροές κεφαλαίων προς την “περιφέρεια” αντιστάθμιζαν το κόστος συμμετοχής στην ενιαία αγορά, ενώ παράλληλα, δημιουργούσαν όρους “συγκράτησης” της αναδιάρθρωσης του παραγωγικού συστήματος μέσα από την απορρύθμιση της εργασίας (βλ. παραπάνω). Συνεπώς, όπως είδαμε και προηγουμένως, είναι η ίδια η συγκρότηση της ζώνης του ευρώ εκείνη που συνέβαλλε στη συνέχιση των ασυμμετριών στα ισοζύγια των τρεχουσών συναλλαγών και στις αποκλίσεις στα μοναδιαία κόστη εργασίας και τον πληθωρισμό (ανταγωνιστικότητα). Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν το αποτέλεσμα που προέκυψε όταν κάτω από τη “στέγη” του ίδιου νομίσματος και της ίδιας νομισματικής πολιτικής (επί της ουσίας δηλαδή των ίδιων ονομαστικών επιτοκίων) “συμβίωσαν” κοινωνικοί σχηματισμοί με διαφορετικές διαδρομές πραγματικής μεγέθυνσης.
Εντούτοις, θα πρέπει να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί όταν πρόκειται να εξειδικεύσουμε τα προηγούμενα συμπεράσματα. Όπως φαίνεται από τα πρόσφατα δεδομένα της Eurostat, στην περίπτωση της Ελλάδας η πραγματική αποτελεσματική συναλλαγματική ισοτιμία με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος (ULC-based real effective exchange rate REER-ULC, υπολογισμένη για τις 36 χώρες που συναπαρτίζουν το δείγμα της Eurostat) βρίσκεται στο τέλος του 2009 ανατιμημένη κατά μόλις 7,6% σε σχέση με το 1999 (το εν λόγω μέγεθος αποτυπώνει την ανταγωνιστικότητας ήταν αισθητά μικρότερη στην Ελλάδα από την αντίστοιχη μείωση στην Ιρλανδία, την Ισπανία την Πορτογαλία και τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης.33
Συγκεκριμένα διαπιστώνουμε ότι στην περίπτωση της Ελλάδας η REER-ULC υποχώρησε κατά 0,6% το 2006 για να αυξηθεί κατά 1,3% το 2007, 1,5% το 2008 και 3,9% το 2009. Στο σύνολο της ευρωζώνης των 16 χώρων η ίδια μεταβλητή υποχώρησε κατά 0,4% το 2006 και στη συνέχεια αυξήθηκε κατά 1,6%, 3,4% και 4,7%.34 Αυτό σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία χρόνια βελτιώθηκε σε σχέση με το σύνολο των ευρωζώνης. Επιδεινώθηκε, βέβαια, τόσο σε σχέση με τη Γερμανία (στην οποία ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης των ονομαστικών αποδοχών των εργαζομένων για την περίοδο 2001–2009 δεν ξεπέρασε ποτέ το 1,4%) όσο και σε σχέση με εξαγωγικές χώρες, τα εθνικά νομίσματα των οποίων υποτιμήθηκαν σε σχέση με το ευρώ.
Είναι, επίσης, ένας μεγάλος μύθος η άποψη ότι η ΟΝΕ ικανοποιεί αποκλειστικά τα “λαίμαργα” σχέδια της ανταγωνιστικής Γερμανίας. Ο ίδιος μύθος συνεχίζει ότι οι “σπάταλες” χώρες της “περιφέρειας” αντιστάθμισαν την καταναλωτική “φειδωλότητα” της Γερμανίας. Είδαμε ότι ο συλλογισμός αυτός είναι λανθασμένος και ότι οι ασυμμετρίες στις τρέχουσες συναλλαγές πρέπει να ερμηνευτούν διαφορετικά. Επιπλέον, θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι ενώ η αύξηση των γερμανικών εξαγωγών την περίοδο από το 1999 μέχρι το 2007 ήταν ραγδαία (της τάξης του 89%), η συνεισφορά στην αύξηση αυτή των υποτιθέμενων “άσωτων” χωρών της “περιφέρειας” (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία) ήταν μόνο κατά 6,8%.35 Οι τέσσερες εν λόγω χώρες απορροφούσαν μόνο το 6,4% των γερμανικών εξαγωγών.
Από την παρατήρηση αυτή συνάγονται δύο πολύ βασικά συμπεράσματα. Καταρχάς, η πτώση στην εσωτερική ζήτηση εξαιτίας των πολιτικών λιτότητας στις χώρες της ευρωπαϊκής “περιφέρειας” μόνο οριακή επίδραση θα έχει στις συνολικές γερμανικές εξαγωγές. Τα τελευταία 20 χρόνια η Γερμανία έχει στρατηγικά “προσανατολίσει” τις εξαγωγές της σε αγορές πέραν της ευρωζώνης, ενώ η συγκρότηση της ΟΝΕ δεν έχει τροποποιήσει σημαντικά την τάση αυτή. Για παράδειγμα, το 1991 οι χώρες που θα απάρτιζαν αργότερα την ευρωζώνη απορροφούσαν το 51,3% των συνολικών γερμανικών εξαγωγών. Το ποσοστό αυτό μειώθηκε στο 45,1% το 1998, παραμονή της παγίωσης των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Ο ίδιος λόγος το 2007 είχε μειωθεί ακόμη περισσότερο, στο 43,7%.
Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, γιατί ο γερμανικός καπιταλισμός, μετά από την ύφεση της τάξης του 4% το 2009 εξαιτίας της περιστολής στο παγκόσμιο εμπόριο, αναμένει να ευνοηθεί από την ενίσχυση της ζήτησης στο υπόλοιπο κόσμο (πέραν, δηλαδή, της νεοφιλελεύθερης ευρωζώνης).36 Παρά το ότι η ζήτηση στο εσωτερικό τηςευρωζώνης θα παραμείνει σε χαμηλά επίπεδα και τον επόμενο χρόνο, η Γερμανία εκτιμάται ότι θα μεγεθύνει το ΑΕΠ της με ρυθμό 2%, σχεδόν διπλάσιο από το “αισιόδοξο” 0,9% της υπόλοιπης ευρωζώνης. Όπως φαίνεται και στον παρακάτω πίνακα 3, το 56,5% των γερμανικών εξαγωγών αφορούν αγορές εκτός της ευρωζώνης και συνεισφέρουν 47,8% στο ΑΕΠ. Βλέπουμε, επίσης, ότι εντελώς διαφορετικά αναμένεται να είναι τα πράγματα στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου. Οι εξαγωγές της Πορτογαλίας και της Ισπανίας απευθύνονται κυρίως στο εσωτερικό της ΟΝΕ και έχουν μικρή συμβολή στο ΑΕΠ. Όσον αφορά στις ελληνικές εξαγωγές, παρότι κατευθύνονται κυρίως εκτός ΟΝΕ σε ποσοστό αντίστοιχο με το γερμανικό, δεν συνεισφέρουν σημαντικά στο ΑΕΠ.''

Δεν υπάρχουν σχόλια: