Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010
Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010
Δεν είναι μήπως πρώτιστο καθήκον του ερευνητή της αλήθειας να χυμάει κατ’ ευθείαν πάνω της, δίχως να κοιτάει ούτε δεξιά ούτε αριστερά;» ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ/ Η σχολική Ιστορία σε καθεστώς κρατικής επιτήρησης και πολιτικής ομηρίας ...ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Φιλόλογος Δ/βάθμιας Εκπαίδευσης (Δημοσιεύθηκε στη «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ», τεύχ. 125, Ιούλιος-Αύγουστος 2002)
Η σχολική Ιστορία σε καθεστώς κρατικής επιτήρησης και πολιτικής ομηρίας
«Δεν είναι μήπως πρώτιστο καθήκον του ερευνητή της αλήθειας να
χυμάει κατ’ ευθείαν πάνω της, δίχως να κοιτάει ούτε δεξιά ούτε αριστερά;»
ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ 1
Ένας από τους «νομιμοποιητικούς» λόγους που επικαλείται η διδασκαλία της ιστορίας, είναι ότι «τροφοδοτεί» τη συλλογική μνήμη, έστω κι αν πολλές φορές τη χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη ή την χειραγωγεί.
Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να ανταποκριθούμε στην κοινή διαπίστωση-προτροπή των Henri Moniot και Michelle Perrot ότι «η αυξανόμενη ισχύς του κράτους προϋποθέτει ένα αντίβαρο στην κοινωνία των πολιτών: ομάδες και άτομα που θυμούνται και είναι ικανά να αντιτάξουν τη δική τους μνήμη σ’ εκείνη της εξουσίας», αφού, «χωρίς τη συνδρομή της κοινωνικής μνήμης οι πολιτικές και κοινωνικές συλλογικότητες δε μπορούν… να προστατευτούν από τις διάφορες μορφές εξωτερικής πολιτικής ή πολιτισμικής κυριαρχίας»2. Σκέφτηκα, λοιπόν, ότι θα ήταν χρήσιμο να θυμίσουμε ορισμένες από τις μεταδικτατορικές περιπέτειες της σχολικής Ιστορίας στη Δ/βάθμια Εκπαίδευση, «τη μεταπολιτευτική εκδοχή του σισύφειου μύθου ».3
Οι λογοκριτικές επεμβάσεις της εξουσίας στα σχολικά εγχειρίδια Ιστορίας, ώστε να παραμείνει «εθνικώς καθαρή» και να μη θίγει τα μύρια όσα ταμπού και κόμπλεξ της νεοελληνικής ιστορικής αφήγησης, δεν αποτελούν, προφανώς, ελληνική πρωτοτυπία και, σχεδόν πάντοτε, συνδυάζονται με την επιβολή διοικητικού ελέγχου ή μέτρων στο έργο του εκπαιδευτικού4. Έτσι, οι «ερμηνευτικές εγκύκλιοι»-ντιρεκτίβες του ΥΠΕΠΘ για μια «εθνοπρεπή διδαχή» της Ιστορίας, κατά κανόνα, συνοδεύονταν από την υπόμνηση προς τους διδάσκοντες σχετικών διατάξεων του Δ.Υ. Κώδικα αλλά και την εφαρμογή του σε όσους δεν «συμμορφώνονταν προς τις υποδείξεις».
Ήδη ο πρώτος μεταπολιτευτικός υπουργός Παιδείας της «Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας», ακαδημαϊκός Ν. Λούρος, «αποσαφηνίζοντας» την υπ’ αριθμ. 8779/28-9-74 εγκύκλιο του ΥΠΕΠΘ για τις ελευθερίες των εκπαιδευτικών και την άρση των δεσμευτικών εγκυκλίων της χούντας, έσπευδε «να υποδείξει» στις 16/10/74 – δηλ. μόλις 20 ημέρες μετά (!) – στους διδάσκοντες να «ασκούν το λειτούργημά των ανεμποδίστως, ελευθέρως αλλά και υποδειγματικώς, εντός του υπό των κειμένων διατάξεων διαγραφομένου πλαισίου, απέχοντες πάσης εκδηλώσεως των προσωπικών πολιτικών τους απόψεων, ως … πάντες οι κρατικοί λειτουργοί».5
Αλλά και το Σύνταγμα του 1975, άρθρο 16, παρ.1 την ίδια στιγμή που κατοχυρώνει την ελευθερία της τέχνης, της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας και ορίζει ως υποχρέωση του κράτους «την ανάπτυξη και προαγωγή τους», προειδοποιεί ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα», αφού «η παιδεία έχει σκοπό …την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλαση τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες» (παρ.2)
Γι’ αυτό και ο υπουργός Παιδείας Γ. Ράλλης στις «υποδείξεις προς το διδακτικόν προσωπικόν» που στέλνει στις 16/4/76 στις Γ.Ε.Μ.Ε., καλεί τους αλήστου μνήμης Επιθεωρητές να δώσουν «εντολήν» στους Γυμνασιάρχες «ίνα συστήσουν καταλλήλως εις πάντας τους υπ’ αυτούς καθηγητάς, ιδία δε τους φιλολόγους και θεολόγους, όπως επ’ ευκαιρία και δια του αρμόζοντος παιδαγωγικού τρόπου προβάλλουν κατά την άσκησιν του έργου των εις τους μαθητάς υψηλάς εθνικάς μορφάς και μεγάλας πράξεις εκ της μακραίωνος ιστορικής μας παραδόσεως, να μην αναφέρονται δε εις θέματα δυνάμενα να εγείρουν αμφισβητήσεις ή αναταραχήν εις τας συνειδήσεις των μαθητών, αποφεύγοντες ούτω να παρέχουν λαβήν εις την εκ του μη όντος δημιουργίαν εντυπώσεων ως και εις την εξαπόλυσιν βιαίων επιθέσεων εκ μέρους του Τύπου ή Οργανώσεων, ταύτα δε πάντα εις στιγμάς, καθ’ ας είπερ ποτέ και άλλοτε επιβάλλεται αρραγής ενότης και πλήρης ομοψυχία όλων των δυνάμεων του Έθνους».6
Αν εξαιρέσουμε την καθαρεύουσα γλώσσα του κειμένου, είναι εύκολο να αναγνωρίσουμε τη γνωστή, «κλασική» εθνικιστική ρητορική και επιχειρηματολογία που επιστρατεύθηκε και πρόσφατα εναντίον του νέου βιβλίου Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου. Τότε ως υπουργική εγκύκλιος, τώρα ως επερώτηση βουλευτών της ΝΔ προς τον «εκσυγχρονιστή» υπουργό Παιδείας, που έσπευσε να ικανοποιήσει- από τη μακρινή μάλιστα Κίνα (!)- τις απαιτήσεις της «συντηρητικής», κατά τα άλλα , Δεξιάς αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ, επαξίως εκπροσωπουμένου από τον κ. Παπαθεμελή.
Οι συστάσεις της παραπάνω εγκυκλίου, λίγους μήνες μετά (21/9/77), μετατρέπονταν σε εντολές προς τα εποπτικά όργανα της εκπαίδευσης «να λάβουν κάθε πρόσφορο προληπτικό ή και κατασταλτικό μέτρο… προκειμένου να καταστεί σε όλους σαφές ότι δεν θα επιτραπεί καμία πολιτικού χαρακτήρα ενέργεια, εκδηλωτική πολιτικών φρονημάτων».7
Στο ίδιο μοτίβο κινείται και η εγκύκλιος του τελευταίου, πριν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, υφυπουργού Παιδείας της ΝΔ, Ν. Καλτεζιώτη, «Σχολείο και Πολιτική», 23/2/81.
«… ο εθνικός φρονιματισμός, η δημοκρατική αγωγή, ο σεβασμός στην ιερότητα των ελληνικών και χριστιανικών παραδόσεων, συνθέτουν τις ιδεολογικές διαστάσεις του ελληνικού σχολείου και καθορίζουν αποκλειστικά τον πνευματικό του χώρο. Εκείνοι που έχουν αποδεχτεί το λειτούργημα του εκπαιδευτικού, είναι αυτονόητο ότι αποδέχονται τις βασικές αρχές και τις παιδευτικές αξίες που η Πολιτεία έχει θεσπίσει ως χρέος αγωγής. Οποιαδήποτε άλλης μορφής και άλλης προελεύσεως αξιολόγηση είναι παράνομη και ασυμβίβαστη με το έργο του εκπαιδευτικού.
Με τα δεδομένα αυτά πρέπει να γίνει συνειδητό ότι αποτελεί βαρύτατο πειθαρχικό παράπτωμα κάθε πολιτικού χαρακτήρα ενέργεια, εκδήλωση πολιτικών φρονημάτων ή προπαγάνδα, στο χώρο του σχολικού περιβάλλοντος. Κάθε τέτοια εκτροπή των εκπαιδευτικών θα τιμωρείται αυστηρότατα.»8
Η κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ το Δεκέμβριο του 1981 ανακαλεί την εγκύκλιο αυτή μπροστά στις αντιδράσεις που είχε προκαλέσει και υπόσχεται «αναμόρφωση» των σχολικών εγχειριδίων Ιστορίας.
Τα δειλά και αποσπασματικά βήματα που θα ακολουθήσουν, δε θα βγάλουν τη σχολική ιστορία από το τέλμα. Οι στόχοι της διδασκαλίας θα παραμείνουν προσηλωμένοι στα παραδοσιακά ιδεολογικά στερεότυπα, ενώ η «μαρξίζουσα» γλώσσα ορισμένων εγχειριδίων θα προκαλέσει τη λυσσασμένη αντίδραση των βουλευτών της Ν.Δ. Όπως και τώρα, ανακαλύπτουν «κακοποίηση της ιστορικής αλήθειας» και απαιτούν την απόσυρσή τους, με τις ευλογίες φυσικά του εκκλησιαστικού καταστημένου και υπό τις ψυχροπολεμικές κραυγές του δεξιού τύπου, αλλά και των σωματείων…πολυτέκνων(!) και των κομματικά υποκινούμενων συλλόγων γονέων και κηδεμόνων.
Κατά τη βραχύβια επάνοδό της στην εξουσία, η ΝΔ περικόπτει αφενός τη διδασκαλία όσων σημείων της σχολικής ιστορίας την ενοχλούν, και, αφετέρου, απαγορεύει τη διδασκαλία της «Ιστορίας του ανθρωπίνου γένους» του «αθέου, υλιστού συγγραφέως» Λ. Σταυριανού. Το δρόμο όμως της είχε ήδη ανοίξει η ίδια κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, όταν την άνοιξη του 1989 απέσυρε την «Ιστορία τουΝεοελληνικού Κράτους» του Λ. Σταυριανού και περιέκοψε, στο όνομα μάλιστα της «ενίσχυσης» της ελληνικής Ιστορίας(!), τα κεφάλαια της « Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας» του Β. Κρεμμυδά (Γ΄ Γυμνασίου) που αναφέρονται στη μεταπολεμική Ελλάδα και κάλυπταν την περίοδο από τα «Δεκεμβριανά» ως την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στη εξουσία το 1981.
Η ιδεολογική «κάθαρση» του βιβλίου έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε στην προσπάθειά τους να εξαλείψουν τον κοινόχρηστο όρο «καπιταλισμός», αφαίρεσαν ολόκληρο το 6ο κεφάλαιο (!) με τον τίτλο «Η Ευρώπη τον 19ο αιώνα. Η οργάνωση του καπιταλισμού».9
Το βιβλίο θα αποσυρθεί, τελικά, το 1991, αφού ο εκ των εισηγητών της επιτροπής αξιολόγησης του εγχειριδίου, Σ. Καργάκος, διαπιστώνει «μονομέρειες ιδεολογικές» και προτείνει την αντικατάστασή του και τη συγγραφή νέου «με μεγαλύτερη έμφαση στην Ελληνική Ιστορία» και «πιο πρόσφορο στη διδακτική πράξη». Με την ανάθεση από το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο της συγγραφής του νέου βιβλίου στον Β. Σφυρόερα «σπρώχνεται το εκκρεμές προς την αντίθετη ιδεολογικά πλευρά», σχολιάζει με δυσφορία ο Φ. Βώρος10. Η διαπίστωση, βέβαια, αυτή δεν τον εμποδίζει, με αφορμή το δημοψήφισμα στα Σκόπια, να προτείνει στους διδάσκοντες να «αξιοποιήσουν», μεταξύ άλλων, το προπαγανδιστικό τεύχος «Μακεδονία», που διανεμήθηκε στα σχολεία το 1988-89, θεωρώντας «επιτακτικό το χρέος να ενημερώσουμε τους μαθητές μας για το ανύπαρκτο πια μακεδονικό ζήτημα στο εσωτερικό της χώρας μας».11
Αν ανατρέξει κανείς στα πρακτικά των συνεδριάσεων του ΚΕΜΕ ή του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, εύκολα θα διαπιστώσει την υπαλληλική εξάρτηση των συμβούλων τους από την πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ και την προκρούστεια λογική με την οποία αντιμετωπίζουν τη σχολική Ιστορία. Πολλές από τις διορθώσεις που επιφέρουν στα σχολικά βιβλία δεν αφορούν απλώς υπαρκτές ανακρίβειες, ελλείψεις ή στριφνές διατυπώσεις, αλλά, είτε υπαγορεύονται από τις εκάστοτε ανάγκες της εξωτερικής πολιτικής είτε αποτελούν παραχωρήσεις στις απαιτήσεις εκκλησιαστικών – παρεκκλησιαστικών ή πολιτικών εθνικιστικών κύκλων. Ο λόγος προφανής:
«…με τη διεύρυνση των γεωγραφικών οριζόντων, με την παγκόσμια οικονομική ενοποίηση, αλλά επίσης με τον πολιτικό κατακερματισμό του κόσμου, το παρελθόν των κοινωνιών αναδεικνύεται, σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή, σε διακύβευμα των αντιπαραθέσεων ανάμεσα στα κράτη, ανάμεσα στα έθνη, ανάμεσα στους πολιτισμούς και στις εθνότητες. Ελέγχοντας το παρελθόν μπορεί κανείς να κυριαρχήσει εύκολα επάνω στο παρόν, να νομιμοποιήσει εξουσίες και διαμφισβητήσεις.»12 Ενδεικτική είναι η απόφαση του Τμήματος Ιστορίας του Π.Ι. για τον τρόπο εφαρμογής της «αρχής της αμοιβαιότητας» στα πλαίσια της ελληνοπολωνικής-ελληνοβουλγαρικής συνεργασίας για τα εγχειρίδια Ιστορίας των Βαλκανικών Χωρών13, που συνέταξαν οι Φ.Βώρος και Σ.Παπασπηλιόπουλος:
«Βασικές ελληνικές θέσεις είναι:…3) Τα τρέχοντα εθνικά μας ζητήματα εκφράζονται α) με τα επίσημα σχολικά βιβλία ιστορίας, β) με τις θέσεις του ΥπΕξ, που η συμμετοχή του είναι απαραίτητη σε κάθε διμερή διαπραγμάτευση».14
Καθώς, λοιπόν, η σχολική Ιστορία τελεί υπό καθεστώς κρατικής επιτήρησης και πολιτικής ομηρίας, η παιδαγωγική αυτονομία του εκπαιδευτικού έχει συρρικνωθεί δραματικά. Ιδιαίτερα στο Λύκειο, που έχει μετατραπεί σε διαρκές εξεταστικό κέντρο, είναι απαγορευτική η ανάπτυξη κάθε πρωτοβουλίας. Ο διδάσκων έχει μετατραπεί σε αγχωμένο διεκπεραιωτή αλληλοαναιρούμενων -συνήθως-εγκυκλίων για την κάλυψη της εξεταστέας ύλης του ενός και μόνου «εγκεκριμένου» σχολικού εγχειριδίου ή «οδηγιών διδασκαλίας» που, συνήθως, πόρρω απέχουν από τη σχολική πραγματικότητα. Έτσι, το μάθημα της Ιστορίας καταντά υπαλληλικό καθήκον για τον διδάσκοντα και εξεταστική αγγαρεία για τον διδασκόμενο.
Γι’ αυτό, ενώ όλοι μιλάνε για την ιστορία, δεν υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για την Ιστορία ως γνωστικού κλάδου. Η αποστειρωμένη στον κλίβανο του εθνικισμού σχολική ιστορία δεν προσφέρει κανένα κίνητρο στους μαθητές. Η ακινητοποιημένη- μεταφυσική εικόνα που τους παρουσιάζουν στο σχολείο για το παρελθόν, συντρίβεται καθημερινά μπροστά στα μάτια τους, καθώς ζουν και ζούμε σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον γεμάτο συγκρούσεις, χωρίς σταθερά σημεία αναφοράς, χωρίς συμμετρίες και προ παντός «ανάδελφα» έθνη. Οι ιδεολογικές-πολιτικές επιπτώσεις αυτού του τρόπου διαπαιδαγώγησης της νέας γενιάς, οι ανασφάλειές της, εκφράζονται ανάγλυφα και από το γεγονός ότι προηγούνται σταθερά στις προτιμήσεις της συντηρητικοί θεσμοί ή πρόσωπα, που προβάλλουν ως πρότυπο ένα «κράτος–σκαντζόχοιρο» που θα υπερασπίσει την «εθνική ημών ιδιοπροσωπεία» κατά ορατών και αόρατων εχθρών.
Σε πείσμα όμως των γεγονότων, ο υπερσυντηρητικός αυτός εθνικισμός, βρίσκοντας ευήκοα ώτα στο στρατόπεδο του υποτιθέμενου «εκσυγχρονισμού», απαιτεί και επιβάλλει την εθνοκάθαρση του βιβλίου Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου, πριν φτάσει στις σχολικές αίθουσες, ανακαλώντας στη μνήμη μας τα προφητικά λόγια του Σοφοκλή Μαρκιανού: «Μέσα στην οχλοβοή και τη σύγχυση αυτή άρχισαν να γράφονται τα πρώτα επεισόδια ενός σενάριου, που βρίσκεται ακόμα σε εξέλιξη και που, προοικοδομεί την τύχη του μαθήματος της ιστορίας, μόλις οι αδιόρθωτοι νοσταλγοί του παρελθόντος κατόρθωσαν να επανέλθουν στο προσκήνιο.»15
Αλλά η λογοκριτική επέμβαση του υπουργού Παιδείας και η εκκωφαντική σιωπή του Π.Ι. δεν έχει ως αποδέκτες μόνο τους συγκεκριμένους ή τους μελλοντικούς συγγραφείς εγχειριδίων Ιστορίας. Όπως σωστά διαπιστώνει μια ομάδα δασκάλων από σχολικό συγκρότημα «ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ» της Καλλιθέας
«το λανθάνον, ασφαλώς αθέλητο αλλά πάντως σαφές μήνυμα που εκπέμπει προς όλους εμάς τόσο η παρέμβαση του κ. υπουργού όσο και η αντιμετώπισή της από τον ακαδημαϊκό χώρο και ειδικότερα από τα στελέχη του Π.Ι. είναι το εξής: «μην ακούτε τα λόγια και τις εξαγγελίες μας, κοιτάξτε την πράξη μας. Μην ξεφεύγετε από την (ασφαλή) πεπατημένη, μην πειραματίζεστε, μην καινοτομείτε, μην εκτίθεστε. Γιατί μπορεί σε μια άλλη συγκυρία οι πρωτοβουλίες σας να θεωρηθούν ως μη συνάδουσες με…» και γι’ αυτό «επιζήμιες» ή και ανατρεπτικές ή ακόμα και αντέθνικές - ποιος μπορεί να το αποκλείσει, όταν τόσα ακούστηκαν και γράφτηκαν σε βάρος της συγγραφικής ομάδας του εν λόγω εγχειριδίου; Τώρα μάλιστα που ξεκινάει και η αξιολόγηση…»16
Οι εκπαιδευτικοί, λοιπόν, έχουν να δώσουν μια δίδυμη μάχη, πολιτική και εκπαιδευτική:
Πρέπει πρώτα-πρώτα να υπερασπίσουν την παιδαγωγική τους αυτονομία, το οξυγόνο της δουλειάς τους, απέναντι στους νέους μηχανισμούς χειραγώγησης που προωθεί το ΥΠΕΠΘ (κομματικοί Περιφερειάρχες εκπαίδευσης, μετατροπή των σχολικών συμβούλων σε ελεγκτές – αξιολογητές, επιβολή «διοικητικής και παιδαγωγικής πειθαρχίας» με το νέο «Σχολικό κανονισμό»).
Παρά τα ασφυκτικά πλαίσια μέσα στα οποία λειτουργούν οι εκπαιδευτικοί, οι δυνατότητες παρέμβασής τους δεν είναι μηδενικές. Στο επίπεδο, τουλάχιστον, της Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης έχουν τα περιθώρια να πειραματιστούν και να αναπτύξουν μεθόδους και τεχνικές που μπορούν να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των μαθητών για το παρελθόν ως «παρόν Είναι» και όχι ως νεκρό βάρος. «Αρκεί πρώτοι αυτοί να κατανοήσουν ότι η ιστορία είναι περιέργεια για όλες τις όψεις της ζωής των ανθρώπων που έζησαν στο παρελθόν˙ ότι η έρευνα για τους ανθρώπους μέσα στο χρόνο προϋποθέτει ότι επεξεργαζόμαστε τα αποσπασματικά και ποικίλα ίχνη τους που διασώθηκαν˙ ότι η γνώση που παράγεται με την έρευνα δεν είναι ποτέ οριστική, γιατί τα ερωτήματα που θέτουμε στο παρελθόν αλλάζουν σε κάθε εποχή, όπως και τα μέσα με τα οποία μπορούμε να τα απαντήσουμε˙ και ότι όσο περισσότερο γνωρίζουμε για τις πολλαπλές και σύνθετες όψεις του παρελθόντος τόσο μπορούμε να κατανοήσουμε την πολυπλοκότητα του παρόντος και να παρέμβουμε σε αυτό, για να το αλλάξουμε ή να το διαφυλάξουμε.»17
Το εκπαιδευτικό κίνημα πρέπει να υπερασπίσει την ιστορική παιδεία ως κατακτημένο δημόσιο αγαθό, απέναντι στη «συστηματική παρεμπόδιση απόκτησης και απόλαυσής του» από την εξουσία και τα όργανά της στην Εκπαίδευση.18
Μια ριζική ανανέωση του μαθήματος της Ιστορίας, στο επίπεδο «παραγωγής» διδακτικού υλικού και εκπόνησης Αναλυτικών Προγραμμάτων θα απαιτούσε την ίδρυση ανεξάρτητων ερευνητικών ινστιτούτων σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια, που θα λειτουργούσαν με συμμετοχικές διαδικασίες και διαφάνεια, χωρίς το «μακρύ χέρι» της εξουσίας.
Πιστεύω ότι σ’ αυτή τη μάχη πρέπει να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του MICHAEL W. APPLE:
«Μόνο αν έχουμε επαφή με την πραγματικότητα, είναι δυνατός ο μετασχηματισμός του συστήματος. Καθώς οι απόψεις μας γίνονται λιγότερο απλουστευτικές και λιγότερο μηχανιστικές, οι θεωρίες μας αρχίζουν να αλλάζουν. Η κοινωνικο-οικονομική και ιδεολογική πραγματικότητα θα μπορέσει να αλλάξει, μόνο αν πάρουμε αυτή την πρακτική διάσταση στα σοβαρά».19
ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ
Φιλόλογος Δ/βάθμιας Εκπαίδευσης
(Δημοσιεύθηκε στη «ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ», τεύχ. 125, Ιούλιος-Αύγουστος 2002)
Ο Μάης των εξεγέρσεων του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη,
Ο Μάης των εξεγέρσεων
του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη, εκπαιδευτικού
«Χιονοστιβάδα» επετείων-γεγονότων που συγκλόνισαν τον κόσμο και τον τόπο μας τις μέρες του Μάη: Παρισινή Κομμούνα, αιματοβαμμένη Πρωτομαγιά στο Σικάγο το 1886, εργατική εξέγερση το ‘36 στη Θεσσαλονίκη, αντιφασιστική νίκη το 1945, γαλλικός Μάης του ’68, νίκη της Βιετναμέζικης Επανάστασης το 1975, εξέγερση στην Τιεν Αν Μεν του Πεκίνου το 1989 ... Δολοφονία - «πρόβα τζενεράλε» της Χούντας - του Γρηγόρη Λαμπράκη το 1963, δολοφονία του Γιώργη Τσαρουχά το 1968.
Γεγονότα – πρόκληση «για στοχασμό και συσπείρωση της σκεπτόμενης και βασανισμένης ανθρωπότητας», έγραφε το 1843 ο Μαρξ στον Α. Ρούγκε, τονίζοντας ότι «για να εργαστούμε θετικά για τη διαμόρφωση του καινούργιου κόσμου, πρέπει να ρίξουμε άπλετο φως στον παλιό».
Ένα κόκκινο νήμα διαπερνά αυτά τα σημεία-καμπές της σύγχρονης ιστορίας: πόλεμος και επανάσταση, σε διαρκή διαλεκτική διαπλοκή και μετάβαση, δίνουν την ταυτότητα στο ιστορικό προτσές των δύο τελευταίων αιώνων.
Οι μετασεισμοί της Οκτωβριανής Επανάστασης στο Μεσοπόλεμο δεν έφεραν τον «παγκόσμιο Οκτώβρη». Η εργατική τάξη δεν κατέλαβε την εξουσία από ανωριμότητα ή από τραγικά λάθη των ηγετών της. Στη Θεσσαλονίκη το Μάη του ’36 - που, κατά την «ΑΚΡΟΠΟΛΗ», εμφάνιζε «όψιν που μπορούν να φαντασθούν μόνον όσοι εδιάβασαν περιγραφάς των γεγονότων της Ισπανίας», οι δύο - τότε – ΓΣΕΕ, η «Ενωτική» (ΚΚΕ) και η «ρεφορμιστική» (Κόμμα Φιλελευθέρων), παραμέρισαν την Κεντρική Απεργιακή Επιτροπή, τη φυσική ηγεσία της λαϊκής εξέγερσης, και την οδήγησαν στην εκτόνωση. Έτσι τη γενική απεργία που κήρυξαν οι δύο ΓΣΕΕ για τις 5 Αυγούστου, την πρόλαβε η δικτατορία του Μεταξά.
Η παγκόσμια έκρηξη του ’68 - που αγκάλιασε Ανατολή και Δύση, με κορυφαίες εκφράσεις την «άνοιξη της Πράγας», το αντιπολεμικό φοιτητικό κίνημα, το κίνημα των μαύρων στις ΗΠΑ, και ιδιαίτερα το γαλλικό Μάη - τίναξε στον αέρα τους μύθους της μεταπολεμικής «άνθησης του καπιταλισμού» και της «κοινωνίας της αφθονίας». Έγινε το μεγάλο σχολείο των κινημάτων και της «δημοκρατίας των μαζών». Των μαζών που δεν συμμορφώνονται προς την τεχνητή πειθαρχία, το νόμο του ισχυρότερου και την κατεστημένη ηθική.
Το διαχρονικό μήνυμα του «Μάη των εξεγέρσεων», αλλά και κάθε εξέγερσης, είναι ότι «οι άνθρωποι δεν πρέπει απλώς να ζητούν σεβασμό της ποδοπατημένης αξιοπρέπειας και των δικαιωμάτων τους, αλλά να τα παίρνουν μόνοι τους, να τα κάνουν δικά τους», έγραφε ο Χέγκελ.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ, «Επωνύμως», 5/5/08
ΑΥΓΗ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ», 29/5/08
Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010
περι αγάπης ..δυο παλια μου σχόλια στην Καλυβα
περι αγάπης ..δυο παλια μου σχόλια στην Καλυβα
με το παλιο μου Ψευδωνυμο ωςΒουρκόλακας''αγάπη φύτρωσε μέσα από τούτο το μίσος, σαν η κορωνίδα του, σαν η θριαμβευουσα, που φαρδαίνει μέσα στο πιο αγνό φέγγος κι απλώνεται αδιάκοπα όλο και πιο πέρα….επιδιώκοντας τους σκοπούς του ίδιου του μίσους, την νίκη ,δηλαδή την κατάκτηση , την αποπλάνηση …''Νιτσε ,η γενεαλογια της ηθικής, μιλωντας για την χριστιανική αγαπη
Βουρκόλακας
και απο τότε , απο τον χριστιανισμό και την γνησια η οχι δεν ξερω χριστιανική ερμηνεια της αγαπης ξεκινησε ισως .. μια πολιτική της ταυτοτητας που μας βασανίζει ως τις μερες μας …
Για να δουμε . : Ειμαι” καλός χριστιανός” Συχνά κατήγει σε κατι πιο απλό επιδή ειμαι χριστιανός ειμαι καλός” Και οι μή χριστιανοι ; Κακοι.
Και τις θα πει αυτό εγώ ειμαι καλός . Τι δουλεια εχει το: ειμαι . Κανεις το καλό δεν εισαι ….
Και αυτή η πολιτική της ταυτότητας στις μερες μας επεκταθηκε και σε αλλες κατηγορίες….π.χ Ειμαι Αριστερός …. Μαλιστα ! Πολύ ενδιαφερον! Ποιος νουνός σε βαφτισε;
Θελω να πώ πώς η ταυτότητα , η επικληση της ταυτότητας.μας απαλλάσει συχνα απο την ευθυνη του τι κανουμε … Φθανει να λέμε οτι ειμαστε (χριστιανοι, αριστεροι ,οικολογοι κ.λ.π ) και ολα συγχωρουνται….
Ανεπιθύμητοι συμπολίτες; του ΜΗΤΑΦΙΔΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, δημοτικού συμβούλου Θεσσαλονίκης
Ανεπιθύμητοι συμπολίτες;
του ΜΗΤΑΦΙΔΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ, δημοτικού συμβούλου Θεσσαλονίκης
«Στη Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι ο γενικός κανόνας ήταν η σιωπή και η ‘‘ουδετερότητα’’… αφού σπάνια εντασσόταν στο ίδιο εθνικό μαρτυρολόγιο η εξόντωση των Εβραίων της Ελλάδας … Το μεγαλύτερο έγκλημα των Ναζί σε βάρος των Ελλήνων δεν καταγράφηκε ως τέτοιο», γράφει ο ιστορικός Γ. Μαργαρίτης στο εξαιρετικό του βιβλίο «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες».
Αυτό το «γενικό κανόνα» της αποσιώπησης εφάρμοσε κατά γράμμα η εθνικιστική πλειοψηφία του Δημοτικού Συμβουλίου Θεσσαλονίκης, που αρνήθηκε να εντάξει την πόλη μας στο «Δίκτυο Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών της Ελλάδας, περιόδου 1940-45», περιφρονώντας ομόφωνη απόφαση του Δ. Σ. του «Δικτύου», με την οποία, στις 12/12/06, θεώρησε τη Θεσσαλονίκη «αυτοδικαίως» μέλος του.
Θα ήταν ανάξια ακόμα και σχολιασμού τα γελοία «επιχειρήματα» που επιστράτευσε η δεξιά διοίκηση του Δήμου Θεσσαλονίκης για να δικαιολογήσει την κατάπτυστη απόφασή της, αν δεν έφερναν στην επιφάνεια τα άλυτα προβλήματα ένταξης των Εβραίων και της εξόντωσής τους στη συλλογική εθνική μνήμη και ιδιαίτερα στην ιστορία της πόλης.
Μια εξαιρετική προσπάθεια «αναστοχασμού» αυτών των προβλημάτων έγινε στην ημερίδα που πραγματοποίησε το Μάιο του 2005 ο Τομέας Πολιτικής Κοινωνιολογίας και Συγκριτικής Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, σε συνεργασία με την Ψυχιατρική Κλινική του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης με θέμα: Άουσβιτς. Το γεγονός και η μνήμη του. Ιστορικές, Κοινωνικές και Πολιτικές Όψεις της Γενοκτονίας. Οι αναγνώστες της ΑΥΓΗΣ ήδη γνωρίζουν για το συλλογικό τόμο με τις ανακοινώσεις της ημερίδας από την παρουσίασή του στις ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ (30-6-08) από τη Ρένα Δούρου.
Όπως επισημαίνει στο εισαγωγικό του κείμενο ο Άλκης Ρήγος, στη χώρα μας η διεθνής τάση «αναθεώρησης» της Ιστορίας εκδηλώνεται με το «σχιζοφρενικό παράδοξο μιας ιδιότυπης νεοελληνικής σιωπής: σε μια κοινωνία που επιμένει να θεωρεί την ιστορία της ανοιχτό διακύβευμα, που φωναστεί αυτάρεσκα με ηχηρές λέξεις για την αδιάλειπτη ιστορική της συνέχεια, τους ανεπανάληπτους ηρωισμούς των τέκνων της, τη μοναδικότητα της πολιτιστικής της ακτινοβολίας…οι πολιτικοί εκφραστές – διαχειριστές της κλείνουν ή υποχρηματοδοτούν ιδρύματα ιστορικής έρευνας, πολτοποιούν αρχεία, καίνε πανηγυρικά φακέλους, ξεχνούν να γιορτάσουν το τέλος του μεγάλου αντιφασιστικού πολέμου –μόνοι αυτοί σε όλη την Ευρώπη-, δε στέλνουν καν έναν εκπρόσωπό τους στην πανευρωπαϊκή πορεία μνήμης για τους κρατούμενους του Άουσβιτς, ενώ ούτε ένα τηλεοπτικό συνεργείο, έστω ένας δημοσιογράφος, δεν κάλυψε το γεγονός».
Σ’ αυτή την «υγειονομική ταφή της ιστορικής μνήμης», όπως τη χαρακτηρίζει ο Χάγκεν Φλάισερ, θα πρέπει να προσθέσουμε και την πολτοποίηση το 1975 υλικού των αρχείων του Εθνικού Γραφείου Εγκλημάτων Πολέμου – είχε προηγηθεί το 1959 η αμνήστευση δια νόμου των ναζιστών εγκληματιών και των δωσίλογων, προς δόξαν της «εθνικής συμφιλίωσης». Οι τελευταίοι, όχι μόνον δεν τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε, αλλά και συμμετείχαν στη διαρπαγή των εβραϊκών περιουσιών. Αντίθετα, από τις 600 αγωγές που κατέθεσαν επιζώντες του Ολοκαυτώματος για την επιστροφή των ακινήτων τους, δικαιώθηκαν μόνο 30!
Η απώθηση της εβραϊκής γενοκτονίας στα «αζήτητα» της εθνικής μνήμης εκφράζεται και από ένα «απλό» γεγονός που επισημαίνει ο Δημοσθένης Δώδος στην ανακοίνωσή του «Η Θεσσαλονίκη προς τον 20ο αιώνα: το τέλος της ανεκτικής πόλης». Από όλους όσοι είχαν διατελέσει βουλευτές και ζούσαν την περίοδο της Κατοχής, δύο εκτελέστηκαν από τους Ναζί: ο Δαβίδ Σουλάμ και ο Μισέλ Καζές, βουλευτές Θεσσαλονίκης. Μέχρι σήμερα ούτε η πόλη που εκπροσώπησαν ούτε και η Βουλή δεν τους έχουν αποτίσει τον οφειλόμενο φόρο τιμής.
Το Ολοκαύτωμα δεν αφορά μόνον τα θύματα και το «τραύμα» τους. Αντίθετα, αντλώντας τα οικουμενικά διδάγματα από τις θηριωδίες των Ναζί, πρέπει να μεταμορφώσουμε τα αθώα θύματά τους σε ένα αδιαπέραστο τείχος απέναντι στην επανάληψη της ανείπωτης αυτής φρίκης. Έτσι το σύνθημα «ποτέ πια!» θα πάψει να είναι μια απλή ευχή ή μια συναισθηματική διακήρυξη σε ένα πλανήτη που παραμένει αιματοκυλισμένος από σφαγές. Το κείμενο αυτό γράφεται τη μέρα που, πριν 65 χρόνια, στις 18/8/1943, έφτανε η τελευταία «φουρνιά» Εβραίων συμπολιτών μας στο Άουσβιτς. Μια λέξη – «κλειδί» που οφείλει να αναχθεί, όπως τονίζει η Οντέτ Βαρόν-Βασάρ σε «συμβολική μνήμη ενάντια σε κάθε προκατάληψη, ξενοφοβία και ρατσισμό. Η μνήμη του Άουσβιτς δεν προσβάλλετα,ι όταν γίνεται εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού. Αντίθετα, μόνον τότε βρίσκει το πλήρες νόημά της και τιμάται πραγματικά».
Όσο για την ιερόσυλη απόφαση–μπούμερανγκ της δεξιάς Διοίκησης του Δήμου Θεσσαλονίκης θα αρκούσε να επαναλάβουμε την αποστομωτική απάντηση της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης προς το δήμαρχο Β. Παπαγεωργόπουλο: «Η Θεσσαλονίκη έχει δυστυχώς το «προνόμιο» να αναγνωρίζεται παγκοσμίως de facto και de jure ως η πιο μαρτυρική και τραγική πόλη της Ελλάδας. Αυτό δεν αλλάζει με καμιά απόφαση οιασδήποτε επιτροπής ή οιουδήποτε. Η ιστορία δεν αλλάζει και τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους». Μια ιστορία, θα προσθέταμε, χωρίς τις πλαστές συνέχειες και βολικές αποσιωπήσεις των εθνικιστών, που κατασκευάζουν μια εικόνα για το παρελθόν η οποία εξυπηρετεί μόνο τους ολέθριους μεγαλοϊδεατισμούς τους για το μέλλον.
Οι πολίτες της Θεσσαλονίκης όχι μόνον πρέπει να απαιτήσουν την ανάκληση της επονείδιστης αυτής απόφασης, αλλά και να κηρύξουν «ανεπιθύμητους» τους σημερινούς «άρχοντες» της πόλης που την έχουν βουλιάξει στα οικονομικά σκάνδαλα και την έχουν καταδικάσει σε ιστορική αμνησία.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ», 31/8/08
ο εγωισμός ,οπως και ναχει επιστρεφει…(σχολιο)
ο εγωισμός ,οπως και ναχει επιστρεφει… Και επιστρεφει οσο πιο βιαιη και εντονη ειναι η απωθηση του…. Για αυτό πριν επιβαλλουμε την Αγάπη … σαν σκοτεινη κουρτινα πάνω στον εγωισμό μας , θα πρεπει πρωτα -ισως λεω – να τον αναγνωρισουμε να τον ξεδιπλώσουμε -να διακρινουμε τις κρυμμένες -απωθημένες μας επιθυμίες ,να τις ξεμπλοκάρουμε και -γιατί οχι – να τις αναλύσουμε ….
Εκτσι καθώς αυτες θα ξεδιπλώνονται και η μια θα θα αποκαλύπτει την αλλη σαν κεραμιδια που μπαινουν το ενα μέσα το αλλο …και καθώς μαζί με τις επιθυμίες αποκλύπτονται και τα μικρα και μεγαλα τραυματα – ετσι μόνον αυτες και μαζι τους το εγώ θα μαλακώνουν θα γινονται πιο ευλυγιστες και ο τοιχος θα λεπταινει …(οσο ζουμε ομως δεν θα χαθεί)
Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010
«Ποτέ πια γενοκτονίες!»(;) του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη
«Ποτέ πια γενοκτονίες!»(;)
του Τριαντάφυλλου Μηταφίδη
Το σύνθημα αυτό επαναλάβαμε με σκεπτικισμό, δυστυχώς, στις 27 του Γενάρη, «Παγκόσμια Μέρα Μνήμης των Θυμάτων του Ολοκαυτώματος», που καθιερώθηκε με ομόφωνη απόφαση της Γ.Σ. του ΟΗΕ τον Νοέμβριο του 2005.
Στις 27.1.1945, ο σοβιετικός στρατός, καθώς προέλαυνε προς το Βερολίνο, απελευθέρωσε τους εναπομείναντες ομήρους στο ναζιστικό κολαστήριο του Άουσβιτς - Μπιρκενάου. Εννιά μέρες πριν φτάσει ο Κόκκινος Στρατός, τα ναζιστικά κτήνη εξανάγκασαν 60.000 έγκλειστους στο στρατόπεδο σε «πορεία θανάτου» εξήντα χιλιομέτρων, έως το Βόντισλαβ. Περίπου 15.000 από αυτούς πέθαναν στον δρόμο.
Ο σκεπτικισμός οφείλεται στο γεγονός ότι το Ολοκαύτωμα, ένας όρος που, ενώ «επιχειρεί να περιγράψει το απερίγραπτο», χρησιμοποιείται πολλές φορές εντελώς ανιστόρητα, χωρίς μέτρο και αιδώ, με αποτέλεσμα τη «σχετικοποίησή» του. Έτσι, αντί για πηγή ιστορικής αυτογνωσίας ολόκληρης της ανθρωπότητας, έχει μετατραπεί σε αβλαβές εικόνισμα, σε ηθικό σύμβολο και, το χειρότερο, σε αντικείμενο κυνικής εκμετάλλευσης και «κολυμπήθρα του Σιλωάμ» για μαζικά εγκλήματα που διαπράττουν ή ευλογούν όσοι υποκριτικά το επικαλούνται.
Το Ολοκαύτωμα δεν αφορά μόνον τα θύματα και το «τραύμα» τους. Αντίθετα, πρέπει να μεταμορφώσουμε τα αθώα θύματα των Ναζί σε ένα αδιαπέραστο τείχος απέναντι στην επανάληψη της ανείπωτης αυτής φρίκης. Μόνον έτσι το σύνθημα «ποτέ πια!» θα πάψει να είναι μια απλή ευχή ή μια συναισθηματική διακήρυξη, τη στιγμή που συνεχίζονται οι σφαγές αμάχων.
Οφείλει να αναχθεί, όπως τονίζει η Οντέτ Βαρόν-Βασάρ, σε «συμβολική μνήμη ενάντια σε κάθε προκατάληψη, ξενοφοβία και ρατσισμό. Η μνήμη του Άουσβιτς δεν προσβάλλεται όταν γίνεται εμβληματική όλων των θυμάτων του ρατσισμού. Αντίθετα, μόνον τότε βρίσκει το πλήρες νόημά της και τιμάται πραγματικά».
Η απόκρισή μας στην εναγώνια «κραυγή για το αύριο» των νεκρών ή επιζώντων του Ολοκαυτώματος, των ποικίλων θυμάτων του ρατσισμού πρέπει να είναι η αποκατάσταση των ιστορικών αδικιών, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η καταπολέμηση των ανισοτήτων και διακρίσεων.
Γιατί, όπως έλεγε και ο Αντόρνο, «πρέπει κανείς να γνωρίζει τους μηχανισμούς που καθιστούν τους ανθρώπους ικανούς για τέτοιες πράξεις και να μοχθήσει ξυπνώντας την κοινή συνείδηση γύρω από αυτούς τους μηχανισμούς, ώστε να αποτρέψει τους ανθρώπους από το να γίνουν ξανά έτσι».
Το σημερινό σχόλιό μου το αφιερώνω, ως ελάχιστο φόρο τιμής, στις Εβραιοπούλες από τη Θεσσαλονίκη που έκλεψαν από το εργοστάσιο πολεμοφοδίων «ΟΥΝΙΟΝ» το μπαρούτι, με το οποίο ανατίναξαν οι «στασιαστές» άντρες συγκρατούμενοί τους το κρεματόριο 3 του Άουσβιτς.
Αλήθεια, γιατί αυτή η ηρωική πράξη αποσιωπάται και δεν «προβάλλεται», όπως θα έλεγε και ο Μ. Γλέζος, από την «εθνικώς ορθή» ιστορία της Αντιφασιστικής Αντίστασης;
AYΓΗ, «ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ», 7/2/09
Ετικέτες
αληθειες,
αντισημιτισμος,
Εθνικη αντισταση
«Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ» του Μηταφίδη Τριαντάφυλλου
«Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ»
του Μηταφίδη Τριαντάφυλλου
Με απρόσμενη χαρά βρήκα στο φαξ μου το πρώτο ελπιδοφόρο μήνυμα του νέου χρόνου και μάλιστα σε τέσσερις γλώσσες: εβραϊκά, αραβικά, αγγλικά και ελληνικά. Δεν είχε καμιά σχέση με τις στερεότυπες όσο και ανθρώπινες ευχές που συνήθως συνοδεύουν τις χρονιάρες μέρες. Ήταν ένα πραγματικό μανιφέστο από το Τελ Αβίβ για την ειρηνική συμβίωση Εβραίων και Παλαιστινίων, σταλμένο από την ανυπότακτη «Γκους Σαλόμ», που ψυχή της είναι ο «Νέστορας» του αντιπολεμικού – ειρηνιστικού κινήματος στο Ισραήλ Γιούρι Αβνέρι. Τον διαβάζουμε συχνά στην ΑΥΓΗ και είχαν τη σπάνια ευκαιρία να τον γνωρίσουν από κοντά όσοι παρακολούθησαν τις εργασίες του «Ευρω-Μεσανατολικού Φόρουμ Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων», που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 3-4 του περασμένου Δεκέμβρη.
Αντιγράφω το μήνυμα, μετατρέποντάς το μόνο σε πεζό για οικονομία χώρου. Και δεν διστάζω να ζητήσω προκαταβολικά να το προσυπογράψουν οι αναγνώστες της ΑΥΓΗΣ - και όχι μόνο - όπως μας «παρακαλούν» ευγενικά οι αποστολείς του:
«Η Ιερουσαλήμ μας ανήκει. Ανήκει στους Ισραηλινούς και στους Παλαιστίνιους, στους Μουσουλμάνους, τους Χριστιανούς και τους Εβραίους. Η δική μας Ιερουσαλήμ είναι ένα μωσαϊκό όλων των πολιτισμών, όλων των θρησκειών και όλων των περιόδων που έγιναν ο πλούτος της πόλης. Από την πρώτη αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Από τους Χαναανίτες, τους Γεμπουσίτες και τους Ισραηλίτες. Τους Εβραίους και τους Έλληνες. Τους Ρωμαίους και τους Βυζαντινούς. Τους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους. Τους Άραβες και τους Μαμελούκους. Τους Οθωμανούς και τους Βρετανούς. Τους Παλαιστίνιους και τους Ισραηλινούς. Αυτοί και όλοι οι άλλοι που συνεισέφεραν στην πόλη έχουν μια θέση στο πνευματικό και φυσικό τοπίο της Ιερουσαλήμ. Η δική μας Ιερουσαλήμ πρέπει να είναι ενωμένη, ανοιχτή και να ανήκει σε όλους τους κατοίκους της, χωρίς σύνορα και συρματοπλέγματα να τη χωρίζουν στη μέση. Η δική μας Ιερουσαλήμ πρέπει να είναι πρωτεύουσα των δύο κρατών που θα ζήσουν το ένα δίπλα στο άλλο σ’ αυτή τη χώρα – η Δυτική Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Κράτους του Ισραήλ και η Ανατολική Ιερουσαλήμ πρωτεύουσα του Κράτους της Παλαιστίνης. Η δική μας Ιερουσαλήμ πρέπει να είναι η Πρωτεύουσα της Ειρήνης.»
Η φετινή πρωτοχρονιά επεφύλαξε μια καθόλου – φαντάζομαι – ευχάριστη έκπληξη για τις Ισραηλινές δυνάμεις κατοχής και τους εποίκους, καθώς ανήμερα το βράδυ εβδομήντα περίπου ακτιβιστές και υποστηριχτές της «Γκους Σαλόμ» άναψαν «δάδες» σε ένα παλαιστινιακό αυτοσχέδιο «φυλάκιο», μόλις εκατό μέτρα από τα σπίτια των εποίκων της Μοντίν! Οι «δάδες» δεν ήταν παρά δίμετροι σωλήνες άρδευσης από το Παλαιστινιακό χωριό Μπιλίν. Οι αγρότες της Μπιλίν έστησαν το τούβλινο «φυλάκιο» μέσα σε μια νύχτα και κάτω από τη μύτη του Ισραηλινού στρατού, στην κλεμμένη γη τους, που εμπορεύονται, αποκομίζοντας τεράστια κέρδη καναδέζικες εταιρίες ακινήτων.
Η ενέργεια αυτή της «Γκους Σαλόμ» έχει έναν ιδιαίτερο ιστορικό συμβολισμό, γιατί έγινε το έβδομο βράδυ της Χανούκα, της εβραϊκής γιορτής που είναι αφιερωμένη στην ένοπλη εξέγερση των Μακκαβαίων εναντίον του Αντίοχου Δ΄ του Επιφανούς (175-164 π.Χ.). «Η εξέγερση των Μακκαβαίων δεν είναι μόνο ένα εβραϊκό σύμβολο, αλλά ένα παγκόσμιο σύμβολο πάλης εναντίον της καταπίεσης, της κατοχής και της αδικίας. Οι Παλαιστίνιοι κάτοικοι του Μπιλίν είναι οι Μακκαβαίοι του σήμερα και η κατοχή είναι ο Αντίοχος», τόνισε ο αειθαλής Γιούρι Αβνέρι.
«Ανάβουμε αυτές τις δάδες για όσους αγωνίζονται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την αξιοπρέπεια και εναντίον των χούλιγκανς που κόβουν τα δέντρα των Παλαιστινίων, ληστεύουν τις ελιές τους, καταστρέφουν τα σπίτια τους κηλιδώνοντας την τιμή του Ισραήλ και προσβάλλοντας τη μνήμη των πνευματικών ηγετών του Ιουδαϊσμού», δήλωσαν οι νεαροί Ισραηλινοί ειρηνιστές, καθώς άναβαν τους πυρσούς.
Ήταν οι ίδιοι εκείνοι μαχητές της «Γκους Σαλόμ» που χτυπήθηκαν στο ίδιο χωριό, το Μπιλίν, κατά την εβδομαδιαία διαδήλωσή τους, κάθε Παρασκευή, εναντίον τους τείχους που όρθωσε ο Σαρόν. Γι’ αυτό και οι Παλαιστίνιοι χωρικοί της Μπιλίν αποφάσισαν να αναδείξουν την περιοχή αυτή σε «κέντρο του ενωτικού αγώνα Ισραηλινών – Παλαιστινίων εναντίον του τείχους των διακρίσεων και της καταπίεσης». Και αξίζουν την ολόθερμη υποστήριξή μας!
ΑΥΓΗ, «Συναντήσεις», Παρασκευή 13/1/06
Εθνικισμός και λαϊκισμός στην ιδεολογία της Χούντας ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ (ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 16-4-06)
Εθνικισμός και λαϊκισμός στην ιδεολογία της Χούντας
«Και εχρειάσθη η 21η Απριλίου δια να μη απωλεσθή η νίκη του Γράμμου» («Νέα Ελλάς», Ιούλιος 1967, σ. 14)
«Δεν θα υπάρξη μπουρλοτιέρης κομμουνιστής, όταν δεν ημπορή να παρασύρη ως σειρήνα τον πένητα και νήστιν εργάτην». (Γ. Παπαδόπουλος, «Το πιστεύω μας», τόμος Β΄ , Αθήνα 1968, σ. 38)1
Στα δυο αυτά χαρακτηριστικά αποσπάσματα παρουσιάζονται ανάγλυφα η-σύμφωνα με τη Χούντα-αιτία του πραξικοπήματος, η αποτροπή της υποτιθέμενης «κομμουνιστικής απειλής», και ο πατερναλιστικός λαϊκισμός των συνταγματαρχών.
Στην προσπάθειά της η Χούντα να δικαιολογήσει και να παρατείνει το βάρβαρο καθεστώς της, βαφτίστηκε «Απριλιανή Επανάστασις, προϊόν ιστορικής αναγκαιότητος», που απαιτούσε την «αναδιαπαιδαγώγησιν» των Ελλήνων, ώστε να γίνουν «κοινωνικά άτομα» ως απαραίτητη προϋπόθεση για μια «Νέα Δημοκρατία», που θα αντικαθιστούσε τον «μεγάλον ασθενή», την παραδοσιακή κοινοβουλευτική δημοκρατία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σ’ ολόκληρο τον κόσμο!
Τα παραληρήματα μεγαλείου της Χούντας δεν μπορούσαν να κρύψουν την ιδεολογική της φτώχια και την προσήλωσή της στο παρελθόν, τις παραδοσιακές αξίες του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» που, κατά τον Πατακό, «αι ένοπλοι δυνάμεις είναι οι σωματοφύλακές του».
Ήδη από το πρώτο «μεσσιανικό» ανακοινωθέν του διακοσμητικού πρωθυπουργού Κ. Κόλλια, προέκυπτε αβίαστα το συμπέρασμα ότι οι πραξικοπηματίες εφάρμοζαν την κλασική λατινοαμερικάνικη συνταγή της «καθάρσεως από την φαυλοκρατίαν», ενώ δεν έλειπαν οι μεταξικής κοπής εθνικιστικές κινδυνολογίες και τα κηρύγματα «συναδελφώσεως όλων των Ελλήνων, αφού από της στιγμής αυτής δεν υπάρχουν δεξιοί, κεντρώοι, αριστεροί»(!). Αυτό, βέβαια, δεν τους εμπόδισε να «εκτοπίσουν προληπτικώς» στα ξερονήσια χιλιάδες αριστερούς και «συνοδοιπόρους» και να ισχυρίζονται ότι «έσωσαν την χώραν την τελευταίαν στιγμήν από κομμουνιστικήν επικράτησιν ανάλογον εκείνης της Πράγας το 1948».
Με εξαίρεση τη διαγραφή των χρεών - των πιο εύπορων - αγροτών, οι αρχικές λαϊκίστικες επαγγελίες της Χούντας αθετήθηκαν. Έτσι, το επιχειρηματικό κατεστημένο της χώρας δέχθηκε με ανακούφιση τις διαβεβαιώσεις του Μακαρέζου ότι «η Επανάστασις διαπνέεται από τας αρχάς της ελευθέρας οικονομίας και βασίζεται εις την ατομικήν πρωτοβουλίαν» και, επομένως, δεν κινδύνευε από «την πολιτικήν κοινωνικών μετασχηματισμών με στόχο την οικονομικήν άνοδον των χαμηλοτέρων εισοδηματικών τάξεων», όπως δημαγωγικά είχαν εξαγγείλει οι συνταγματάρχες. Εξάλλου, όπως σωστά αναλύει ο Αρ. Μάνεσης, μετά τη λαϊκή έκρηξη τον Ιούλιο του 1965, «ο διάχυτος φόβος των κυρίαρχων τάξεων που σκέπτονταν απελπισμένα: ‘η νομιμότητα μας σκοτώνει’, τις έκανε αντικειμενικά πρόθυμες να αποδεχθούν την εκχώρηση της άσκησης της κρατικής εξουσίας σε δυναμικότερους φορείς, ενός δηλαδή καθεστώτος ‘έκτακτης ανάγκης’, οπότε το ‘βία χωρίς φράση’ θα αντικαθιστούσε το ‘βία της φράσης’ του κοινοβουλευτικού καθεστώτος».2
Όσοι επίσης αφελώς διέκριναν «νασερικές τάσεις» στους συνταγματάρχες διαψεύστηκαν γρήγορα, καθώς, αντί του «οικονομικού εθνικισμού», οι συνταγματάρχες προχώρησαν σε γενναίες παραχωρήσεις προς το ξένο – κυρίως αμερικάνικο - κεφάλαιο, ιδιαίτερα ως προς την εξαγωγή κερδών, ενώ οι Έλληνες εφοπλιστές απολάμβαναν καθεστώς «σημαίας ευκαιρίας».
Και τον υπερεθνικισμό της αναγκάστηκε να υποστείλει προσωρινά-η Χούντα. Το Νοέμβριο του 1967 συμμορφώθηκε προς τις ΝΑΤΟικές υποδείξεις και υποχώρησε στις αξιώσεις της Τουρκίας στο «Κυπριακό». Παραιτήθηκε, επίσης, των αλυτρωτικών της βλέψεων στην Αλβανία, με την οποία μάλιστα υπέγραψε και συμφωνία «δικαστικών διευκολύνσεων», δηλαδή να παραδίδονται στους δήμιους της Χούντας όσοι αντίπαλοί της διέφευγαν στη γειτονική χώρα!
Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο αναδιπλωμένος, σαν το σκαντζόχοιρο, εθνικισμός της Χούντας παρέμεινε μόνο σε ρητορικό επίπεδο και για εσωτερική κατανάλωση. Την περίοδο του «αόρατου» δικτάτορα Ιωαννίδη, έβγαλε τα αγκάθια του και οδήγησε, με την πραξικοπηματική ανατροπή του Μακάριου το 1974, στη δεύτερη, μετά εκείνη του 1964 (Γ. Γρίβας), διχοτόμηση της Κύπρου. Ο τυχοδιωκτικός ελληνικός εθνικισμός έστρωσε το δρόμο στον «Ατίλα» των «θεματοφυλάκων των ιερών παραδόσεων του κεμαλισμού», δηλ. στον τουρκικό εθνικισμό.
Όσο κι αν προσπαθούσαν οι χουντικοί να εμφανιστούν ως γηγενές είδος, ως «ο αναγεννώμενος εκ της τέφρας του Φοίνικας», δεν έκρυβαν ούτε τη συμπάθεια ούτε τη συνάφειά τους με τις άλλες αμερικανόπνευστες στρατιωτικές δικτατορίες. Με προεξάρχουσες τις γκροτέσκες φιγούρες των Παττακού και Λαδά, είχαν αναλάβει «να διαπλάσσουν πολιτισμένους χαρακτήρας με τοιαύτην ευθύνην και πατριωτικήν συνείδησιν, ώστε να μην επαναληφθούν αι εγκληματικαί πράξεις των ξενοκίνητων Ερυθρών Διαβόλων». Αυτή η «Εθνική και Ηθική Διαπαιδαγώγησις», εκτός από τα βασανιστήρια, τις δολοφονίες, τα στρατοδικεία, τις φυλακές-εξορίες, περιλάμβανε: το κυνήγι των μακρυμάλληδων, των ομοφυλόφιλων, τον υποχρεωτικό εκκλησιασμό μαθητών και εκπαιδευτικών, τη λογοκρισία και την απαγόρευση χιλιάδων βιβλίων, ακόμη και του Ελληνοβουλγαρικού λεξικού(!). Και εκτός του «αναρχοκομμουνισμού», στο στόχαστρο του χουντικού πουριτανισμού μπήκαν ο «προσωπικός αναρχισμός», και ο «ελεύθερος έρωτας του χιπισμού» που «επικρατούν στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις – Βαβυλώνες του εγκλήματος της αθεϊστικής Δύσης».
Γι’ αυτό και ο σοβιετολόγος Γεωργαλάς που καταπιάστηκε να επενδύσει θεωρητικά το «γύψο» και τις προγονόπληκτες γελοίες παράτες της Χούντας, κατέληξε να προτείνει ως φάρμακο για την «παρακμή της καταναλωτικής κοινωνίας» την εφαρμογή «εκτεταμένων ψυχοθεραπευτικών προγραμμάτων»(!)
Για να απαλλαγούν οι Έλληνες «από το σαράκι του εγωκεντρισμού, για να εξυγιάνουν τους εαυτούς τους και να συγκροτήσουν τον περιούσιον Λαόν του Κυρίου» (Παπαδόπουλος), το «Εγχειρίδιον δια τα στελέχη της Εθνικής Προπαγάνδας» του συνταγματάρχη Κ. Βρυώνη συνιστούσε, αλά Γκαίμπελς, την «ακατάπαυστον δογματικήν επανάληψιν της εθνικής ιδέας, γνώμης ή απόψεως εις τον τύπον υπό μορφήν συνθήματος…το ‘Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών’… ώστε ο λαός την συνηθίζει και στο τέλος η εθνική ιδέα καθίσταται πίστις του».
Η κοινωνική απομόνωση της Χούντας, η εντεινόμενη εσωτερική αντίσταση και η διεθνής κατακραυγή που την υποχρέωσε να αποχωρήσει από το Συμβούλιο της Ευρώπης, την ανάγκαζαν να απολογείται διαρκώς και να καλεί «να επιλέξουν το δρόμο του ψυχιατρείου» όσους αμφισβητούσαν την πρόθεσή της να εγκαθιδρύσει μια αλά Ραφαέλ Τρουχίλιο «Νέα Δημοκρατία». Σύμφωνα με την αλήστου μνήμης «Πολιτική Αγωγή» του Υπουργού Παιδείας Θ. Παπακωνσταντίνου «ο παντελώς αδιαφώτιστος ελληνικός λαός έπρεπε να εκπαιδευθεί πολιτικώς εις τας ιδεολογικάς αρχάς της Επαναστάσεως»…εντρυφώντας στις παρανοϊκές ασυναρτησίες του Γ. Παπαδόπουλου. Αλλά ούτε και η «Ιδελογία της Επαναστάσεως» του Γ. Γεωργαλά κατορθώνει να πείσει ότι «η Επανάστασις υπήρξεν αντιδικτατορική και αντιολοκληρωτική» και ότι όσοι την πολεμούν είναι «αντεπαναστάτες, η αντίδρασις που εμποδίζει εμάς τους Έλληνες να γίνουμε για μια ακόμα φορά η πρωτοπορία του κόσμου».
Είναι φανερό ότι τα ιδεολογικά «πιστεύω»-αμαλγάματα της Χούντας δεν διακρίνονται για την εσωτερική συνοχή τους. Γι’ αυτό και η ταξινόμησή τους πίσω από μια και μόνη ιδεολογική ταμπέλα, όπως π.χ. «φασιστική δικτατορία», είναι απλουστευτική. Αναμφίβολα η Χούντα χρησιμοποίησε φασιστικές μεθόδους: ο αντικομμουνισμός, ο μιλιταρισμός, η διάλυση των συνδικάτων και των κομμάτων, ο υπερεθνικισμός, οι λαϊκίστικες επιθέσεις στις «παλαιοκομματικές ελίτ», η ρατσιστική προπαγάνδα κατά του «τυραννικού ασιατικού πνεύματος» (Γεωργαλάς), τα αντισημιτικά κείμενα της Αρχιεπισκοπής που διανέμονταν στο στρατό, η εμετική προβολή του Παπαδόπουλου ως «Αρχηγού της Επαναστάσεως, που είναι σαρξ εκ της σαρκός του λαού και υλοποιεί τα όνειρα της φυλής», οι αποτυχημένες απόπειρες να συγκροτήσει νεολαία – «Άλκιμοι» - κατά τα πρότυπα της μεταξικής ΕΟΝ και οι στενοί δεσμοί του «Κόμματος της 4ης Αυγούστου» με σημαίνοντα στελέχη της Χούντας δεν κατάφεραν να της προσφέρουν τη μαζική αντικοινοβουλευτική βάση που χαρακτήριζε τα φασιστικά καθεστώτα.
Γι’ αυτό, μπροστά στην οικονομική και πολιτική κρίση του '71-'72, σε μια ύστατη προσπάθεια να κρατηθεί στην εξουσία, αποπειράθηκε να μεταμφιεστεί, να «πολιτικοποιηθεί» με τη δοτή κυβέρνηση Μαρκεζίνη. Ήδη όμως είχε αρχίσει η ανοιχτή αμφισβήτηση της, ακόμα και μέσα στο στρατό (κίνημα του Ναυτικού, ανταρσία του αντιτορπιλικού «Βέλους»). Με την κατάληψη της Νομικής το Φλεβάρη του 1973, άρχισε να αναπτύσσεται ένα ανατρεπτικό κίνημα νεολαίας, που ενσωμάτωνε όχι μόνο τις αγωνιστικές παραδόσεις του λαϊκού κινήματος στη χώρα, αλλά και εμπνεόταν από το κίνημα αμφισβήτησης της δεκαετίας του ’60, από το διεθνές αντιπολεμικό κίνημα, από το μεγαλειώδη απελευθερωτικό αγώνα του βιετναμέζικου λαού. Ήταν η ριζοσπαστική «γενιά» της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.
Ως προϊόν και καθεστώς κρίσης της αστικής κυριαρχίας, η πατερναλιστική – βοναπαρτιστική δικτατορία των συνταγματαρχών, απέτυχε να επιβάλει ως κυρίαρχη ιδεολογία τη μετεμφυλιακή αντικομμουνιστική εθνικοφροσύνη. Αντίθετα, κατά ειρωνεία της Ιστορίας, δημιούργησε τις συνθήκες μιας «εθνικής αντιδικτατορικής ενότητας»-με αποκορύφωμα το αμίμητο «ή Καραμανλής ή τανκς» του Μ. Θεοδωράκη-στην οποία ηγεμόνευε ιδεολογικά ο αμυντικός αντιιμπεριαλισμός-αντιαμερικανισμός της παραδοσιακής και όχι μόνο Αριστεράς, που της έλειπε όμως ο σοσιαλιστικός προσανατολισμός. Έτσι η Αριστερά, με ελάχιστες φωτεινές εξαιρέσεις, έγινε το φερέφωνο ενός εθνικού συσπειρωτικού λόγου, το αριστερό άλλοθι ενός εθνικίζοντος κατά βάθος ιδεολογήματος που ταύτιζε το σοσιαλισμό με την «κατοχύρωση της εθνικής ανεξαρτησίας» - «η Ελλάδα στους Έλληνες»- και πάνω στο οποίο στήριξε το ΠΑΣΟΚ τη ραγδαία άνοδό του προς την εξουσία.
Θεσσαλονίκη 20/4/05 ΜΗΤΑΦΙΔΗΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ (ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΑΥΓΗ, 16-4-06)
Ετικέτες
Εθνος και εθνικισμος,
φασισμος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
” Σου γυρναω και το αλλο μαγουλο”… Εξομολογησου παιδί μου και θα σωθείς ….(ετσι λέγανε στις μαγισσες πριν τις καψουνε …
Και αυτοι; αναμαρτητοι …. Γυρναω το αλλο μαγουλο σημαινει περιμένω για την πιο πληρη,την πιο τελεια εκδικηση … Γι αυτό και ο Νιτσε ονομασε (στην γενεαλογια του ) την Χριστιανική αγαπη ως ”τον λεπτοτατο ανθό ” της μνησικακίας…
Αγαπη ….
” Σ’ αγαπώ -λεει μια περιφημη φραση του Λακάν -αλλά επειδή αγαπώ σε σενα κατι περισσοτερο απο σενα (και εννοει το μυστηριωδες αντικείμενο , το μικρό α )-σε ακρωτηριαζω…..
… Η εκκλησια σας αγαπά ολους -ελεγε κι ο Αρχιεπίσκοπος με δακρυα στα ματια οταν ξεσπουσε το 2005 το φοβερο σκανδαλο με την εκκλησια …
Ναι , η χριστιανική αγαπη που ολα τα αντεχει ολα τα υπομένει …γιατί μας αγαπά … και θελει το καλό μας … και αγαπά σε εμας κατι περισσοτερο απο μας ..την ιδια την ψυχή μας …Και για χαρη της σωτηριας της δικής μας ψυχής μπορεί και να μας κάψει…
Στην ταινια Χαπυ Νταιη ανα δεν κάνω λάθος ,οταν βασανιζαν τους αριστερους στο ξερονησι …η χορωδια καθοδηγουμενη απο εναν τρυφερο μεγαλόψυχο παπά τραγουδουσε:
” Πόση αρμονια γυρω μου κι εντος
απο του παντος τη μεγαλοσυνη
βαρκα μας προσμένει μ’ ανοιχτο πανι
κι οι επτα ουρανοι. θα μας περιμενουν …