Σε τι διαφερουν τα παλαια αριστερα μετωπα της νεωτερικοτητας
απο τα Μεταμοντερνα μετωπα του..Ιντερνετ;
———————————————————————————————- τα παλαια μετωπα απαιτουσαν προσωπική δεσμευση, σωματική συμμετοχή διακινδυνευση ,ολοπλευρη στρατευση,ιδεολογια,οργανωση,θεωρια Τα μετανεωτερικά ”μετωπα “ αρκουνται στην στιγμιαια δραση , στην χαμαιλεοντική ρευστή σφαιρα της μπλογκοσφαιρας .. Μετωπα των 15 ΛΕΠΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΘΗΣΥΧΑΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΣΤΡΑΤΕΥΣΗς ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ που κατευναζει την επιθυμια ο συγχρονος καπιταλισμός : Καταναλώνοντας ..
ετσι ο κομφορμισμός παραμένει ακεραιος και ο καθενας αισθανεται για λίγο οτι Δρα
οπως στην ταινια Matrix
Η Κοινωνια Σμήνος που λεει και ο Μπαουμαν
Η «Κ» προδημοσιεύει αποσπάσματα από το βιβλίο «Ρευστοί Καιροί» που κυκλοφορεί εντός των ημερών από τις εκδόσεις Μεταίχμιο
Μερικά: Ξένος και μεικτοφοβία
Ο περιρρέων και υποσυνείδητος φόβος του αγνώστου αναζητάει απελπισμένα αξιόπιστες διεξόδους. Στις περισσότερες περιπώσεις, οι συσσωρευμένες ανησυχίες τείνουν να ξεσπούν σε επιλεγμένες κατηγορίες «ξένων»: του ανοίκειου και αδιαφανούς πλαισίου του βίου, της αοριστίας των κινδύνων και της άγνωστης φύσης των απειλών.
Το κυνήγι μιας συγκεκριμένης κατηγορίας «ξένων» από τα σπίτια και τα καταστήματά τους βοηθάει στον εξορκισμό, προσωρινά, του εκφοβιστικού φάσματος της αβεβαιότητας. Το τρομοκρατικό τέρας της ανασφάλειας καίγεται σαν ομοίωμα.
Η λανθάνουσα λειτουργία των φραγμάτων στα σύνορα, που υποτίθεται ότι ανεγέρθηκαν εναντίον των «δήθεν αιτούντων άσυλο» και των «απλών οικονομικών μεταναστών» είναι η ενίσχυση της σαθρής, ακανόνιστης και απρόβλεπτης ζωής όσων βρίσκονται μέσα. Ομως, η ρευστή σύγχρονη ζωή είναι σίγουρο ότι θα παραμείνει ακανόνιστη και παρορμητική οποιαδήποτε κι αν είναι η μεταχείριση και τα δεινά των «ανεπιθύμητων ξένων».
Ετσι, η ανακούφιση τείνει να είναι βραχυπόθεσμη και οι ελπίδες που επενδύθηκαν στα «σκληρά και αποφασιστικά μέτρα» εκμηδενίζονται όσο σύντομα αναδύθηκαν.
Η «ουτοπία» του GoogleΥποθέτω ότι, εάν η ουτοπία είχε γλώσσα και επιπροσθέτως ήταν ευλογημένη με την ευστροφία του Μαρκ Τουέιν, πιθανότατα θα επέμενε πως οι εκθέσεις περί του θανάτου της είναι κάπως υπερβολικές. Πριν από λίγο έγραψα τη λέξη «ουτοπία» στη μηχανή αναζήτησης Google και επέστρεψε 4.400.000 ιστοσελίδες.
Η πρώτη στον κατάλογο, και μάλιστα η πιο εντυπωσιακή, ενημερώνει τους περιηγητές του διαδικτύου ότι «η ουτοπία είναι από τα μεγαλύτερα δωρεάν παιχνίδια αλληλεπίδρασης του κόσμου, με πάνω από 80.000 παίκτες». Επειτα, σκορπισμένες εδώ κι εκεί, υπάρχουν κάποιες αναφορές στην ιστορία των ουτοπικών ιδεών και σε κέντρα που παραδίδουν μαθήματα γι’ αυτή την ιστορία, μεριμνώντας κυρίως για εραστές αντικών και συλλέκτες περίεργων αντικειμένων. Ωστόσο, οι ιστοσελίδες με τέτοιο περιεχόμενο αποτελούν τη μειονότητα. Η «ουτοπία» συνήθως υποδήλωνε έναν ποθητό, ονειρεμένο, μακρινό στόχο, στον οποίο η πρόοδος έπρεπε, μπορούσε και τελικά θα οδηγούσε όσους αναζητούσαν έναν κόσμο που θα υπηρετούσε καλύτερα τις ανθρώπινες ανάγκες. Ωστόσο, στα σύγχρονα όνειρα, η εικόνα της «προόδου» φαίνεται να έχει μετακινηθεί από τον λόγο περί κοινής βελτίωσης σε αυτόν της ατομικής βελτίωσης.
Θηροφύλακες και κηπουροίΕίναι λογικό ότι σε ένα κόσμο που κατοικείται κυρίως από κυνηγούς υπάρχει μηδαμινός χώρος για ουτοπικούς στοχασμούς. Ελάχιστοι είναι αυτοί που θα αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα τα ουτοπικά σχέδια, όταν τύχει κάποιος να τους παραδώσει ένα για να το εξετάσουν. Ετσι, ακόμα και εάν κάποιος γνωρίζει πώς να βελτιώσει τον κόσμο, το πραγματικό προβληματικό ερώτημα θα είναι ποιος έχει επαρκείς πόρους και αρκετά ισχυρή θέληση για να κάνει ό,τι χρειάζεται.
Η προσδοκία της ύπαρξης αυτών των πόρων και της θέλησης για δράση συνήθως ήταν αρμοδιότητα της κυριαρχικής εξουσίας του εθνικού κράτους, αλλά, όπως παρατήρησε πρόσφατα ο Ζακ Ατταλί στο «La voie humaine», «τα έθνη έχασαν την επιρροή τους στην εξέλιξη των πραγμάτων και έχουν εγκαταλείψει στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης όλα τα μέσα καθοδήγησης του κόσμου προς έναν προορισμό, καθώς και τη διοργάνωση της άμυνας εναντίον των διαφόρων ειδών φόβου». Και οι «δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης», οι οποίες έχουν πάρει πολλές από τις εξουσίες που κατείχαν πριν από τα εθνικά κράτη, δεν είναι καθόλου γνωστές για την καλλιέργεια των ενστίκτων, της φιλοσοφίας και των στρατηγικών του «θηροφύλακα» και του «κηπουρού».
θυμιζω πως -σύμφωνα με τον Ζ Μπάουμαν- παρατηρείται στην εποχή μας η εντατική σχεδόν ψυχαναγκαστική και όλο και πιο μονομανής «παραγωγή νοήματος και ταυτότητας»: η γειτονιά μου, Η κοινότητα μου η πόλη μου ,το σχολείο μου το δέντρο μου ,ο ποταμός μου, η παραλία μου , το εκκλησάκι μου, η ειρήνη μου, το περιβάλλον μου» Ανυπεράσπιστοι απέναντι στην παγκόσμια δίνη ,οι άνθρωποι κρατιούνται πιο σφικτά από τους εαυτούς τους »
Και όσο περισσότερο «κρατιούνται από τους εαυτούς τους »τόσο πιο ανυπεράσπιστοι τείνουν να γίνονται απέναντι στην παγκόσμια δίνη. Ετσι περιορίζεται όλο και πιο πολύ η ικανότητα τους να αποφασίσουν ,πόσο μάλλον να διεκδικήσουν για το τοπικό, όπου υποτίθεται διαμορφώνονται τα δικά τους νοήματα και ταυτότητες ΄προς μεγάλη ευχαρίστηση των παγκόσμιων χειριστών ,που δεν έχουν κανένα λόγο να φοβούνται τους ανυπεράσπιστους
Γι αυτό και στην εποχη μας πολλοί -πάρα πολλοί πολλοί καθώς ζούνε σε διαρκή διλήμματα και διχασμούς -γαντζώνονται στην ρουτίνα από την εθνική τους ταυτότητα(όπως και από τις άλλες ταυτότητές τους με τρόπο ή ψυχαναγκαστικό για να εξορκίσουν μανιασμένα την αλλαγή.
.Μπαίνουν δηλαδή σε μια κοινότητα όπως θα έμπαιναν σε μια φυλή με ένα τρόπο σχεδόν ψυχαναγκαστικό, για να ανακτήσουν την «οντολογική τους ασφάλεια» την προστατευτική βεβαιότητα της ταυτότητας. Μόνο που τώρα ξερουν-ενδόμυχα έστω –ότι το προστατευτικό ΄κέλυφος της ταυτότητας έχει λεπτύνει πολύ και ότι ελάχιστα πια τους προστατεύει από την ασταμάτητη ροή του άγνωστου και του ανοίκειου.
Aποσπασμα απο το Εθνικισμός και Ρουτίνα Του Πετρου Θεοδωριδη ,ΕΝΕΚΕΝ τευχος 15
…. Είναι στιγμές καλοκαιριού που τα αστέρια πέφτουν Από τον θόλο του ουρανού ,φεγγάρι ξεκολλά Μια οκνηρία τριγυρνά , και τα πηγάδια ζέχνουν Καθώς εντός , απέμειναν ,λασπώδη τα νερά
Εναι στιγμές που σε απορροφούν, εντός σου,μαύρες τρύπες Του κόσμου σου το νόημα α-νοητα γλιστρά
Ζωύφια παιδευονται εις ,των πορτών σου ,σίτες Και νιώθεις να σε τυραννούν φαντάσματα οικτρά .
Κάποιες στιγμές μελαγχολώ και νιωθω ακηδία Σαν να μ’ αδειάζει η ψυχή από κάθε δροσιά
Σαν να κυλιέμαι σ' έρημο ,και κάτι σαν ναυτία Σε λάσπη να βυθίζομαι ,σε βούρκου τα νερά …
Ενα ελαφρως λυπημένο για τις κατσαριδες αλλά με αισιοδοξο μηνυμα εν τέλει:
-------------
Ετσι σιγά σιγά εξοικειωθηκαμε με τις κατσαριδες .. στην αρχή αηδια ,αποστροφή,μετά οργή
αγανάκτηση,δοκιμασαμε να τις πατησουμε αλλά ειδαμε
οτι ητανε ΠAΡΑ ΠΟΛΛΕΣ...
και δεν καταλαβαιναν τιποτε ρε γαμοτι,τιποτε
μονο δοκιμαζαν ΔΙΑΡΚΩΣ να μας εκγαμισουσι με τα μικρουλια κατασαριδοπέη κατσαριζοντας ακαταπαυστα...
Ετσι
εντελει
Αφεθηκαμε στο τσιριχτο τους χαδι..
Ηπιαμε απο το ιδιο νερό
φαγαμε το ψωμι μαζί τους
και
καθισαμε ανακουρκουδα και τις κοιταξαμε καλά καλά
και με συμπονοια: Ερχονται απο το παρελθόν η απο το μέλλον ;
Υστερα
ξαπλωσαμε κατω και αφησαμε να μας γαργαλίσουν -οπως ο Γκιουλιβερ τους Λιλιπουτειους ..μιλιουνια απο κατσαριδουλες ,μυγακια ,σαραντοποδαρουσες και αλλα ερποντα πολύποδα ζούδια ..
Ορεα
Η Κυρίαρχη ιδεολογία πάντα- και τώρα - μεταμφιέζεται και γίνεται ''πραγματικότητα''
όμως
από την άλλη η Ξεμαγεμένη πραγματικότητα του σήμερα γεννά αναπόφευκτα και την ανάγκη άπαν αμάγευτης
έτσι εξηγείται η απόδραση σε ουτοπίες από ατoμα που κατά τ άλλα είναι μια χαρά προσαρμοσμένα στην Κυνική'πραγματικοτητα''
Πραγματικότητα - ουτοπιεςεσωτερισμός φυγές: Στο σεξ, σε ουτoπικές ιδεολογιες,σε εθισμούς σε ακρότητες , σε ..
αυτή Η ΔΙΠΛΉ ΑΠΟΜΑΓΕΥΣΗ ΕΠΑΝΑΜΑΓΕΥΣΗ είναι όλη η ιστορία της νεωτερικότητας .
Και επειδή η νεωτερικότητας επιταχύνεται διαρκώς μέχρι εξάτμισης όπως έλεγε ο Μαρξ για τον καπιταλισμό επιταχύνονται και οι Ουτοπισμοί και οι θεολογίες .. Μονο που είναι Ουτοπίες της μιας μέρας η μάλλον των 15 λεπτών
Η ουτοπία είναι η φαντασίωση μιας Πληρότητας που ξανακλείνεται .Ως κύκλος ..
Και επειδή επιδιώκει πέσει θυσία αυτό το κλείσιμο εφευρίσκει Αποδιοπομπαίους τράγους : ο Άλλος είναι αυτός που μου κλέβει την απόλαυση .
ο Άλλος : είτε διότι είναι πλούσιος , είτε διότι είναι απόκληρος (ο μετανάστης ) Είτε διότι είναι άνεργος(τεμπέλης) είτε διότι δουλεύει πολύ .. Και πάνω απαλά ο κατεξοχήν άλλος : ο Εβραίος ..
Σαν νιώσουνε το Τέλος τους ,λένε , οι Ινδιάνοι
-Αυτοί που με πνεύματα μιλούν κι είναι Σαμάνοι
Φορτώνουν τα υπάρχοντα σε μια παλιά Πιρόγα
Και προσπαθούν να φτάσουνε του Μανιτού τη Ρόγα …
Μες την Πιρόγα κάθονται και έτσι γλιστρούν στο Έλος
Το Νεκρικό σαν αισθανθούν ,το των Σαμάνων Τέλος
Και προχωράνε σιγανά μες του Θεού τον Βάλτο
Κι όταν φτάνουν στο κέντρο του , Κάνουν εκεί ένα Σάλτο
Κι εν τέλει ο Βάλτος τους Ρουφά στην Θεία αταραξία
Και οι Σαμάνοι σβήνουνε μες την Ανυπαρξία
Βυζαίνουνε το γάλα τους στου Μανιτού τη Ρόγα
Και άδεια πλέει απαλά η Νεκρική Πιρόγα
Νομίζω πω ς με την κρίση τελειώνουμε σιγά σιγά και με το μοντέλο ανθρώπου –υπερκαταναλωτή όπως τον διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια ο Νεοφιλελευθερισμός.
Του Ανθρώπου δηλαδή που αιχμαλωτίζεται από την διαφήμιση ως Ταυτότητα –που ταυτίζεται με τις προβαλλόμενες σαυτον επιθυμίες-και τον φαύλο κύκλο της ψυχαναγκαστικής επιθυμίας και της κατά παραγγελιαν απόλαυσης –που μπερδεύει την πραγματικότητα του με την φαντασίωση ενός ρεαλιτυ σοου, που παρακολουθεί τον εαυτό του σαν μέσα από κάμερα, που επιθυμεί όχι απλώς το προϊόν αλλά να είναι κιόλας το προϊόν …
Τελειώνουμε; Βέβαια το τέλος θα πάρει καμιά δεκαετία ακόμα .. Ακόμα θα βλέπουμε λαμπερά αστέρια της διαφήμισης και της τηλεόρασης -μόνο που θαναι Πεφταστέρια .
Θα ταυτιζόμαστε με δαυτα –όμως για λίγες ώρες όμως ή λεπτά ..
Δίπλα μας ,γύρω μας, θα βλέπουμε όλο και πιο Ωμή την πραγματικότητα -σαν τον Γκρεμό-να χάσκει ..
Θαναι όπως το τέλος μιας γιορτής ..Οταν τελειώνουν οι σερπαντίνες , όταν ο κόσμος αρχίζει και φεύγει ,όταν σκαφτόμαστε πόσα πιάτα πρέπει να πλύνουμε ,πως θα τα καθαρίσουμε όλα αυτά ..
Και βέβαια υπάρχει μεσα σ’ολη τη μελαγχολία –μετά το τέλος της Γιορτής –κιενας στεναγμός ανακούφισης ..Δεν πολυαντεχαμε ολη αυτή τη φασαρία
Πολλοί προτείνουν να αντλήσουμε από την Ιστορία και μάλιστα την Ιστορία του Μεσοπολέμου διδάγματα για το πως θα απαντήσουμε στην Τωρινή Κρίση
Εγώ νομίζω ότι δεν πρέπει να απαντήσουμε κοιτάζοντας μόνο Πίσω .. Μονο προς την Ιστορία ..
Να μην κοιταξουμε μονο τις ιστορικές Ομοιοτητες .. Να κοιταξουμε κυριως τις διαφορές
Δεν φτάνει μόνο η Ιστορία . Χρειάζεται και γνώση της παρούσας κατάστασης ..Χρειάζεται επίσης - πέρα από την ιστορική ματιά και μια Κοινωνιολογική όπως και μια οικονομική...
Πολλοί λένε: Ας κανουμε Στάση Πληρωμών... Όπως έκανε ο Βενιζέλος στον Μεσοπόλεμο
Όμως η Μεσοπολεμική Ελλάδα ήταν μια κοινωνία ήδη Βυθισμένη σε μεγάλη Φτώχεια
Σε μεγάλο βαθμό προνεωτερική. Υπήρχε ακόμα εν πολλοίς μια μη εκχρηματισμένη Οικονομία . Υπήρχε ήδη απίστευτα μεγάλη Φτώχεια και λόγω προσφυγιάς ..
Και υπήρχε ακόμα - το ισχυρό μεσοπολεμικό έθνος κράτος .
Μια στάση πληρωμών ήταν τότε Διαχειρίσιμη. Οι ήδη εξαθλιωμένοι ήταν έτσικι αλλιώς...εξαθλιωμένοι . Υπήρχεακόμα ο θεσμός της εκτεταμένης οικογένειας ως καταφύγιοπροστασίας για τους εντελώς περιθωριοποιημένους ... Υπήρχανακόμα Χωριά ..Πολλά χωριά για να θρέψουνόσουςλιμοκτονούσαν ..Δηλαδή γη που μπορούσε να καλλιεργηθεί ..
και κυρίωςυπήρχεένα κοινωνικό σώμα που είχεσυνηθίσει στηνΜεγάληφτώχεια ..
Τι θα σημάνεισήμερα μια στάση Πληρωμών; σε μια κοινωνίαάκρως εξατομικευμένη; Σε στρώματα εθισμένων καταναλωτών; Σε μια κοινωνίαόπου ουσιαστικά Δεν υπάρχουν πιάχωριά; Όπου ΔΕΝ υφίστανταιπιά τα προνεωτερικάαναχώματα στην Φτώχειαόπως π.χ η εκτεταμένηοικογένεια;
Τι πραγματικά ..Τι Κοινωνικό Πόνο θα προκαλέσει σήμερα μια στάσηΠληρωμών;
...εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι είχανε μαζευτεί ξαφνικά ο ένας κοντά στον άλλο όχι από αγάπη η συμπόνια η έστω από φόβο αλλά τρέμοντας μες την ανησυχία για κάτι απροσδιόριστο άγνωστο και απειλητικό ,δεν ήταν φόβος ήταν μάλλον αγωνία κάτι σαν κυματισμός , εναλλασσόμενα συναισθήματα δέους , οργής, θλίψης που όμως ποτέ δεν μετουσιωνόταν σε πένθος αλλά παρέμεναν σαν κύματα σε μια θάλασσα που φαινόταν ότι θα αγρίευε συσσωρεύονταν σύννεφα αγριεμένα και ο ουρανός άλλαζε χρώματα μωβ , μπλάβο, βαθύ βυσσινί άλλοτε κατακόκκινος πάντα όμως με ένα υπόστρωμα μαύρου , απειλητικού, μιας σκοτεινιάς ανεξήγητης τ 'αστέρια κρύβονται και αρχίζει να λυσσομανά ο αέρας και εκείνοι -οι άνθρωποι- ένιωθαν την καρδιά τους να σφίγγεται και έναν κόμπο στον λαιμό, εντωμεταξύ συνέχιζαν να ασχολούνται με τις εργασίες τους η να ερωτεύονται να καβγαδίζουν, να κάνουν παιδιά , να πηγαίνουν σχολειό , να παρκάρουν ,να κάνουν μπάνιο , να συνομιλούν ακατάπαυστα ξέροντας όμως υπόκωφα πως τίποτε πια δεν είναι όπως πριν και αύριο ,μεθαύριο η και την επομένη ώρα η ζωή ολονων θα άλλαζε ριζικά προς το χειρότερο και ότι δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος ο ένας και μοναδικός φταίχτης ο αποδιοπομπαίος τράγος οπού θα μπορούσαν να ξεσπαθώσουν να τον βάλουν φυλακή να του βγάλουν τα έντερα να τον αποκεφαλίσουν ώστε να βγάλουν το άχτι τους και ότι μάλλον υπήρχαν χιλιάδες η μάλλον εκατομμύρια αίτια αυτής της παράξενης και ανεξήγητης κρίσης που συσσωρεύτηκαν για χρόνια σαν τα σκουπίδια που σχημάτιζαν βουνά γύρω από τις πόλεις τους ενόσω αυτοί συνέχιζαν να ψωνίζουν στα σουπερμάρκετ να διασκεδάζουν στα πολυσινεμα σ'αυτήν την κρίση που σέρνονταν για χρόνια κι έμοιαζε με εκείνο το πανάρχαιο Φίδι που έτρωγε σύμφωνα με τον μύθο την ουρά του ακατάπαυστα μονό που τώρα δεν ήταν η ουρά αλλά τα ίδια τα παιδιά του που έτρωγε αυτό το Φίδι που ήταν ο Χρόνος αυτοπροσώπως ,ο Κρονος.(το κακό είναι πως οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τον Χρόνο σαν την σκιά που ουτως η άλλως τους συντροφεύει είτε φαίνεται μεγάλη είτε εξαφανίζεται ανάλογα με την φορά των ηλιαχτίδων που είναι όμως πανταχού παρούσα σαν τους χτύπους της καρδιάς ,σαν την αναπνοή , την εισπνοή την εκπνοή ,ο χρόνος ,αναπόφευκτη σκιά όπως κι ο θάνατος, νόμιζαν ότι μπορούν να τον απωθήσουν να τον ξεχάσουν να τον αναβάλλουν παίζοντας με την απόλαυση , καταναλώνοντας και φωνάζοντας ''Ακόμα'' ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ,ΕΝΑ ΠΑΓΩΤΟ ,ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΜΠΑΡΜΠΙ ,ΤΥΧΕΡΆ ΠΑΙΧΝΙΔΑΙ ,ακόμα ένα ΚΙΝΗΤΟ , ΕΝΑ ΛΑΠΤΟΠ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ακόμα ενώ εκείνος τους κατέτρωγε τα σωθικά , στριφογυρνώντας μέσα σα σκουλήκι ,σαν πεταλούδα εκκολαπτόμενη μες το κουκούλι της όντος μας σαν προνύμφη)................
.....κι όμως διψούσαν για να συνεχίσουν την ζωή που μέχρι τώρα έκαναν-να πηγαίνουν με τα αυτοκίνητα τους πάνω κάτω σε ένα ατελείωτο μποτιλιάρισμα να στέκονται ώρες στην ουρά έξω από τα κέντρα διασκέδασης ,να αλαλάζουν σιωπηλοί μπρος τη μεγάλη οθόνη να κάνουν έρωτα μηχανικά ,να αυνανίζονται μέσα σε μια ατελείωτη φαντασίωση ενώ ήξεραν ότι πάντα η απόλαυση ήταν αλλού και άλλη και κλεμμένη και ενώ, ενδόμυχα ,επιθυμούσαν κάπου όλο αυτό το γαϊτανάκι να τελειώσει να ξαναβρούν την αθωότητα να σταματήσει το κακό και όμως ,συνέχιζαν σαν τα τυφλά γαϊδούρια να σέρνουν τον τροχό του μαγγανοπήγαδου : ελπίδα ,αθωότητα ,διάψευση , εμμονή, συσσώρευση εμπειριών σε ένα κυνήγι μιας ευτυχίας το ίδιο μάταιο όπως η ζωή τους ,ενώ βαθειά φυτεμένη μέσα τους ακουγόταν η σιωπηλή επιταγή του Υπερεγώ: Απήλαυσε το ! Μα..τι;
Ώσπου ξαφνικά το έδαφος άρχισε να γλιστρά από τα ποδιά τουςκαι άνοιγαν κάποιες από τις τρύπες της κολασης:ανοιγματα πού φαίνονται στο μάτι σαν ρωγμές στα βράχια , άλλες ορθάνοικτες και άλλες περιορισμένες και στενές ενώ όλες ήταν ακανόνιστες και μαυρες,εβγαιναν από μέσα τους αναθυμιάσεις σαν πυκνή ομίχλη ................................................................
στη συζητηση εδώ: http://radicaldesire.blogspot.com/2010/07/blog-post_11.html
''Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η ενότητα της Αριστεράς, ούτε ένα αριστερό μέτωπο, όπως κι αν το εννοεί κανείς, αλλά η ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού.''Δ Καζακης
Iσως καποιους να τους πειθει..Εμενε αυτή η ευκολια με την οποια ο Καζακης φανταζεται οτι με καποιο μαγικό τροπο μπορει να κατακτηθει η .. ''ενότητα δράσης της πλειοψηφίας του λαού.'' με ΑΠΩΘΕΙ..
;
Γιατί;
Μα γιατί ειναι διατυπωμενη ως παραξενο μειγμα ενος Μαγικου ευχολογιου που περιλαμβανει ντεσιζιονισμο και αποκρυψη ... Θυμιζει πολύ Σμιτιανη ΑΠΟΦΑΣΗ
(και Καρλ Σμιτ και οχι Μουφε ..Η Μουφε δεν ειναι ενας λαιτ Καρ Σμιτ
ειναι κατι αλλο . Η Μουφε μιλά για την αναγκη τιθασευσης του πολιτικου και οχι για αναδειξη της Ωμοτητας του''
αλλά και αυτή η μυστικοποιηση του αυθορμητου;
Πρωτα πρωτα ποιοι αγωνες; Αγωνες των μικροαστων μηπως να απομακρυνουν τον Οκανα απο τις Γειτονιες τους; Αγωνες των εργαζομενων (του πρεκαριατου )στα Μπαράκια που εχουν γεμισει τη θεσσαλονικη π.χ και που αν ρωτησεις τους ιδιοκτητες τους θα σου πουνε οτι αισθανονται ολοι λαός και αδικημένοι γιατι αναγκαζονται να κοβουν αποδειξεις κλπ
ενώ τοσα χρονια δεν πληρωνουν τα ενσημα;
Φυσικά το Σχημα του πατριωτικολαικου μετωπου που προτεινει οκ ΚΑΖΑΚΗς ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΙΟ ΓΟΗΤΕΥΤΙΚΌ απο οσα προτεινει π.χ ο Μηλιος ..Και πιο ευκολο ..Και ακουμπα στη φαντασιωση αυτης της μυστηριωδους σαγηνευτικής ενοτητας που ολα τα περικλειει εκτος απο τους ΚΑΚΟΥΣ..
τον ενιαο , 'αδικημενο λαό οπου μεσα εξαγνιζονται σαν στην Κολυμβηθρα του Σιλωαμ και αγκαλιαζονται :ο Γραμματεας μαζί με τον αλητη κι η παρθενα με τον Σατανά
ΟΡΓΑΝΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΥΤΟΧΕΙΡΙΑ
1. Η σωτηρία του έθνους
Βρισκόμαστε στο μέσο μιας πρωτοφανούς εκστρατείας μαζικής «διαφώτισης» (προπαγάνδα θα το ονομάσουν ορισμένοι) για την αναγκαιότητα να αποβάλουμε συλλήβδην όλα τα «κοινωνικά βάρη» που σέρνουμε τόσα χρόνια. Το ανελέητο σφυροκόπημα της κυβέρνησης επιμένει σε ένα βασικό μοτίβο: Όλες οι κοινωνικά επαχθείς ενέργειες που προωθούνται, όλοι οι κοινωνικοί ακρωτηριασμοί που υιοθετούνται γίνονται για έναν και μόνο λόγο: τη σωτηρία του έθνους. Διότι η «οικονομική δυσπραγία» που εκδηλώθηκε με τη «δυσπιστία» των αγορών μας ανάγκασε να δεχθούμε μια πολιτική προσωρινής «μειωμένης εθνικής κυριαρχίας» προκειμένου να οδηγηθούμε σε οριστική «ανάταξη» που θα μας επαναφέρει στον παράδεισο της «ισχυρής Ελλάδας». Κομβική αντίφαση: η «σωτηρία του έθνους» θα διασφαλιστεί με τη «βύθιση της κοινωνίας».
Συνεπώς, η Κοινωνία αντιμέτωπη με το Έθνος, με τη σοσιαλιστική διαχείριση να μη διστάζει να προχωρήσει στις αναγκαίες επιλογές: επώδυνα μέτρα για την «κοινωνία» προκειμένου να διασφαλίσει ότι θα επιβιώσει το «έθνος». Και στο φόντο η παροιμιώδης πολιτική ανεπάρκεια των κρατούντων να οργανώσουν έστω και υποτυπώδη ενεργητική συναίνεση γύρω από τα μέτρα παρά μόνο με την επίκληση των διεθνών κινδύνων, της κρίσης των επιτοκίων δανεισμού, των διεθνών «κερδοσκόπων», διεθνοπολιτικών σεναρίων αποσταθεροποίησης («μέσω της επίθεσης κατά της Ελλάδος υπονομεύεται η Ευρωπαϊκή συνοχή!»), ή ακόμη και όλων των «ανθελλήνων» που εποφθαλμιούν ακόμη και την «εδαφική ακεραιότητα» της χώρας!
Το «αδιαπραγμάτευτο έθνος» απέναντι στην ελαστική κοινωνία που προφανώς ζούσε σε βάρος του πρώτου όλον αυτό τον καιρό ώστε με την αποκατάσταση των ανισορροπιών να επανέλθουν στη θέση που τους αρμόζει όλες οι αρετές της νεωτερικότητας: η ανταγωνιστικότητα, η επιχειρηματικότητα, η ιδιωτική πρωτοβουλία, το κέρδος, η κοινωνική ανισότητα – κινητήριες δυνάμεις των σύγχρονων κοινωνιών που θα έχουν μια δεύτερη ευκαιρία στην περίοδο των «μεγάλων αλλαγών» που εγκαινίασε το ΠΑΣΟΚ.
Με τη βοήθεια του από μηχανής θεού, του Μνημονίου Οικονομικών και Χρηματοοικονομικών Πολιτικών, ήτοι του πλαισίου πολιτικής που προώθησε η ελληνική κυβέρνηση αξιοποιώντας το Σύμφωνο Σταθερότητας (ΣΣ) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τις επιταγές της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και την τεχνική βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αλλά για ποια κρίση μιλάμε;
2. Η μαγική εικόνα της κρίσης
Η κυβερνητική προπαγάνδα, αλλά και οι κρατικοί αξιωματούχοι της ιδεολογίας των μονόδρομων δεν κουράζονται να μιλάνε για την κρίση, που μάλιστα προέκυψε από τις «κλοπές», τη «διασπάθιση του δημόσιου χρήματος», τη διόγκωση των κρατικών δαπανών, τις «χαριστικές» πελατειακές προσλήψεις στο Δημόσιο, τη σπατάλη και τη διαφθορά. Όλα φαινόμενα της τελευταίας πενταετίας, χωρίς φυσικά προηγούμενο στη «χρυσή οκταετία» Σημίτη της «ισχυρής Ελλάδας». Μόνο που κατά κακή τους τύχη, το πρόσφατο έλλειμμα που πυροδότησε τη δημοσιονομική κρίση προέκυψε κατά 20% από αύξηση στις δαπάνες [από 45% σε ~48% του ΑΕΠ] και κατά 80% από την (εξαιρετικά μεθοδευμένη) «υστέρηση» των εσόδων [από 42% σε ~34%], δηλαδή τη συστηματική φοροαπαλλαγή ευρύτατων μερίδων του κεφαλαίου (και όχι μόνο ή αποκλειστικά του «μεγάλου» κατά την προσφιλή αριστερή διατύπωση).
Ας θυμηθούμε ότι το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 50% περίπου μέσα στην τελευταία δεκαετία πριν την κρίση, χωρίς να συνυπολογίζονται δυο αυξητικές αναθεωρήσεις του στην τελευταία 15ετία, ενώ παράλληλα το δημόσιο χρέος διογκώθηκε – κυρίως με μείωση των δημοσίων εσόδων – παραμένοντας με «μαγικό» τρόπο σε τάξη μεγέθους ΑΕΠ! Γιατί τα κυρίαρχα «οικονομικά της προσφοράς» (νεοφιλελευθερισμό τον είπαν κάποιοι) της «ισχυρής Ελλάδας» έχουν ως σημαία τη με κάθε τρόπο μετατόπιση του συσχετισμού δύναμης υπέρ του κεφαλαίου: με την ενίσχυση της συσσώρευσης που μπορεί να λάβει τη μορφή τόνωσης της απόλυτης υπεραξίας (απόλυτη υποχώρηση της μερίδας των μισθών στο κοινωνικό προϊόν), της σχετικής υπεραξίας (σχετική μείωση της μερίδας των μισθών σε περιόδους τεχνολογικής αναβάθμισης) και των «δώρων» από την πλευρά του συλλογικού κεφαλαιοκράτη (φοροαπαλλαγές, εισφοροαπαλλαγές, κλπ.).
Αν κάποιος αμφισβητούσε τα παραπάνω στην περίοδο της «ανάπτυξης», ήρθε η κρίση για να εικονογραφήσει γλαφυρά την πρωτοφανή επίθεση που δέχονται εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις χρόνων. Και πρώτα απ’ όλα για να υποδείξει ανάγλυφα ότι η αναφορά στην κρίση συγκαλύπτει το γεγονός ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει μία αλλά τρεις κρίσεις, καθεμιά με τη δική της αυτονομία.
Η κρίση του κεφαλαίου που εμφανίζεται με τη μείωση των κερδών, τη χρεοκοπία επιχειρήσεων, την υποαπασχόληση των παραγωγικών εγκαταστάσεων, κλπ.
Η κρίση των οικονομικών του κράτους που εμφανίζεται μέσω των αυξανόμενων ελλειμμάτων και του χρέους.
Η κρίση της εργασίας που λαμβάνει τη μορφή της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των μισθών, της επισφάλειας και της απώλειας εργασιακών δικαιωμάτων.
Και όλα αυτά δεν εμφανίζονται σε παραθετική μορφή οντοτήτων που απλά συνυπάρχουν, αλλά σε ιεραρχική δομημένη σχέση αντιφατικής ενότητας, με την κίνηση του ενός να εξαρτάται απόλυτα από τη δυναμική των άλλων υπό την ηγεμονία του κυρίαρχου συσχετισμού δυνάμεων: η κρίση του κεφαλαίου επιδιώκει την ανάκαμψη σε βάρος της κρίσης της εργασίας με μοχλό την κρίση των οικονομικών του κράτους.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεχτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση, διότι η ίδια η συνάρθρωση των κρίσεων φέρει τη σφραγίδα του ταξικού συσχετισμού δύναμης, την ενίσχυση του οποίου άλλωστε επιχειρεί και η όποια προσπάθεια διεξόδου. Για το κεφάλαιο υπάρχουν τα ζητήματα της ανάκαμψης της κερδοφορίας, αλλά και με τη μορφή του συλλογικού κεφαλαιοκράτη, του δημόσιου χρέους, των ελλειμμάτων, κλπ., ενώ για τον τρίτο, κοινωνικά αδύναμο πόλο, την εργασία, υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, των μισθών, των εργασιακών δικαιωμάτων, της συνολικής αναπαραγωγής της εργασίας.
Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι η συντονισμένη προσπάθεια του κεφαλαίου με τη διαμεσολάβηση της κρατικής διαχείρισης και με όπλο την κρίση των δημόσιων οικονομικών, να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας: μέσα από τη μείωση των μισθών και με την κατάργηση τα όποιων αναιμικών εργασιακών δικαιωμάτων έχουν απομείνει, να ξεκινήσει ο νέος κύκλος υπεραξίωσης του κεφαλαίου με ευνοϊκές προϋποθέσεις. Ζούμε ιστορικό flashback μιας νέας πρωταρχικής συσσώρευσης.
3. Το χρέος ως ταξικός μηχανισμός
Και εδώ προβάλλει απειλητικά το ογκούμενο δημόσιο χρέος, το ύψος του οποίου ρυθμίζεται καταστατικά από την Ευρωπαϊκή Συνθήκη ενώ τροφοδοτείται συστηματικά από τα ετήσια ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού. Και τίθεται το ερώτημα: Πώς συμβαδίζει η Κοινοτική επιταγή για σφιχτή δημοσιονομική πολιτική (που τώρα γίνεται ακόμη περισσότερο πιεστική) με την πρακτική των νεοφιλελεύθερων Ευρωπαϊστών κάθε απόχρωσης, που αφειδώς μειώνουν φόρους και κόστη για τις «παραγωγικές δυνάμεις της κοινωνίας» (άλλο όνομα για το κεφάλαιο), παράγουν ελλείμματα και διογκώνουν το δημόσιο χρέος; Μήπως το χρέος έχει κάποιο ρόλο, λειτουργεί με συγκεκριμένο τρόπο και συμβάλλει στη διαμόρφωση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων;
Το χρέος λειτουργεί ως μοχλός πολιτικής: άλλοτε «ορθολογικά» ως ιδεολογική πειθάρχηση στις επιταγές του νεοφιλελεύθερου κοινού τόπου, άλλοτε τρομοκρατικά με την προβολή του φάσματος της χρεοκοπίας ως συνέπεια θετικής ανατροφοδότησης από την αδύνατη εξυπηρέτησή του. Εδώ επιστρατεύονται τα ποσοτικά μεγέθη που λειτουργούν με τρομοκρατικό τρόπο: για παράδειγμα το «ιλιγγιώδες ποσοστό» του 120% του ΑΕΠ στο οποίο προσεγγίζει το τρέχον χρέος. Ένα μέγεθος που από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα: αυτή τη στιγμή υπάρχουν οικονομίες όπως η Ιαπωνία με χρέος 200% του ΑΕΠ. Ένα μέγεθος τόσο πρωτοφανές ώστε και το 1993 είχε και πάλι αγγίξει το 120% του ΑΕΠ, ενώ από τότε περιστρέφεται στα ίδια μεγέθη για τους λόγους που αναφέραμε.
Η ίδια η δημιουργία του χρέους αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για την ταξική φύση της πολιτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ όλων αυτών των χρόνων. Γιατί η σημερινή κρίση είναι η άλλη όψη της προηγούμενης ανάπτυξης κάθε προσήμου και μορφής: Η κρατικά ενορχηστρωμένη ανάπτυξη με την «κοινωνική πολιτική» των αρχών της δεκαετίας του ’80 απαξιώνεται ως γενεσιουργός πηγή της δημοσιονομικής κρίσης (η «απληστία» της εργασίας και πάλι!), ενώ η νεοφιλελεύθερη ανάπτυξη από το 1997 μέχρι το 2007 – οπότε η Ελλάδα είχε από τους ψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη – στην εποχή της παντοκρατορίας του κεφαλαίου, με την τεράστια μείωση των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη του κεφαλαίου και στη μεγάλη περιουσία (από 45%-40% – το 1981 – στο 25% με στόχο το 20% σήμερα), οδηγεί στη μείωση των εσόδων και στη δημοσιονομική κρίση ξανά.
Ιδού το κοινωνικό perpetuummobile: Η «αναδιανομή» προς τους «από κάτω» (αν και όποτε συμβεί) απαιτεί στη συνέχεια «διορθωτικές» προς τους «από πάνω» μεταβιβάσεις, ενώ η αναδιανομή προς τους «από πάνω» (που φανερά ή συγκαλυμμένα γίνεται συνεχώς) τροφοδοτείται με την εισοδηματική αφαίμαξη των «από κάτω». Κάπως σαν το μονόφορο βέλος του χρόνου, που τώρα δείχνει μονίμως από κάτω προς τα πάνω.
Και φυσικά υπάρχουν και συμπληρωματικοί ταξικοί μηχανισμοί, με το χρέος να βρίσκεται στη βάση μιας επικερδούς σφαίρας τοποθέτησης κεφαλαίων για τους δανειστές του ελληνικού κράτους, τα εγχώρια και ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και τους ιδιώτες «αποταμιευτές» που επωφελούνται από τη δημοσιονομική δυσπραγία για να μετατρέψουν εισοδήματα σε κεφάλαιο και «τοποθετήσεις». Ή οι ιδιωτικοποιήσεις κερδοφόρων τομέων και επιχειρήσεων του Δημοσίου, που για να αποφέρουν μερικά άμεσα έσοδα στερούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς από μονιμότερη και διαρκή συνεισφορά.
Η ταξικότητα του χρέους όμως, προκύπτει και από μία πιο προσεκτική ανάγνωση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Το ελληνικό κράτος είναι πολύ «μικρό» σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Αντιθέτως είναι ένα τεράστιο και σπάταλο κράτος σε ό,τι αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες και συνολικότερα τις δαπάνες για τον κατασταλτικό μηχανισμό.
4. Η «αδύνατη» αναδιαπραγμάτευση
Η κρίση είναι λοιπόν αναζωογονητική για το κεφάλαιο, μιας και μέσω της κρίσης του χρέους και των δημόσιων οικονομικών μετατρέπει την κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας. Και από τους – θεωρητικά – δύο διαθέσιμους δρόμους εξόδου από την κρίση, ζούμε σήμερα εκείνον που εμπεδώνει την απόλυτη κυριαρχία του κεφαλαίου σε βάρος των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κόσμου της εργασίας.
Η κυβερνητική πολιτική, μέσα από μια κρίση που ενεργητικά ή παθητικά (υπάρχει και η «αόρατη χειρ» βλέπετε!) διόγκωσε, προέβαλε την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης αξιοποιώντας τις διεθνείς συμμαχίες της (ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ). Έτσι, με άξονα την αντιμετώπιση των ελλειμμάτων και του χρέους επιβάλλει την περιστολή εργασιακών δικαιωμάτων και τη βίαιη αναδιανομή εισοδήματος (σημερινού και μελλοντικού) από την εργασία στο κεφάλαιο. Οι μισθοί, οι αποζημιώσεις, τα επιδόματα ανεργίας, οι ασφαλιστικές εισφορές, οι συντάξεις πέρασαν ήδη από το κρεβάτι του Προκρούστη.
Για να μειωθεί το χρέος; Όχι ακριβώς! Και αυτό, όχι μόνο επειδή οι έγκυροι διεθνείς εταίροι της κυβέρνησης αμφισβητούν την ικανότητα των μέτρων να το πετύχουν (με το ΔΝΤ να εκτιμά ότι στο τέλος του σταθεροποιητικού προγράμματος θα έχει αυξηθεί σχεδόν στο 150%). Αλλά κυρίως επειδή ένα «λογικό» και «αειφόρο» χρέος είναι μόνιμος ταξικός μηχανισμός πειθάρχησης και επιβολής. Βλέπετε η «σοβαρή» διαχείριση της «ισχυρής Ελλάδας» έχει εντελώς συμπτωματικά μεριμνήσει ώστε να μην υπάρχει συστηματική δυνατότητα ελέγχου και σύλληψης της φοροδιαφυγής (του κεφαλαίου, φυσικά!), της εισφοροδιαφυγής (του κεφαλαίου, φυσικά!), διαπιστωμένων οφειλών πάσης φύσεως προς το Δημόσιο (του κεφαλαίου, φυσικά!). Γιατί στην πραγματικότητα η «φοροδιαφυγή» είναι φοροαπαλλαγή, η «εισφοροδιαφυγή» είναι εισφοροαπαλλαγή, πολιτική επιλογή και όχι σύμπτωμα.
Και επειδή «τεχνοκρατικά» βεβαιώνεται ότι η περιστολή των δαπανών έχει άμεσα αποτελέσματα ενώ η αύξηση των εσόδων είναι μεσοπρόθεσμη (αν και αμφίβολη), η αναγκαία «εξισορρόπηση» γίνεται και με «αντικειμενική» έξωθεν μαρτυρία μόνο από την μισθωτή εργασία.
Και όλα αυτά με μια «ακλόνητη» κυβερνητική πολιτική σταθερά: Η αποκατάσταση των δημοσιονομικών ανισορροπιών σε μια κυρίαρχη χώρα του ευρωπαϊκού πυρήνα δεν μπορεί να γίνει με επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, ήτοι με επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής, μείωση των επιτοκίων ή διαγραφή ενός κομματιού του. Κατανοητό! Με τους συγκεκριμένους συσχετισμούς δύναμης, την «οικειοθελή» συνεισφορά στο «τάμα του έθνους» μιας εργασίας που βρίσκεται με το πιστόλι στον κρόταφο, τον εφεδρικό στρατό να πολλαπλασιάζεται ανεξέλεγκτα, τις συντάξεις να μετατρέπονται σε επιδόματα ταφής ενός εις το διηνεκές εργαζόμενου εργατικού δυναμικού και την εργασία να μετατρέπεται σε «από Θεού» δώρο με μειωμένα δικαιώματα και ευνουχισμένα ανακλαστικά, είναι κατανοητό ότι όλες οι μερίδες του κεφαλαίου, και ιδιαίτερα το χρηματιστικό που βρίσκεται στον πυρήνα των μετασχηματισμών της εποχής του νεοφιλελευθερισμού, δεν θα επιλέξουν οικειοθελή ακρωτηριασμό ή εθελοντική αυτοχειρία. Προτιμούν να αξιοποιήσουν αντίστοιχες τάσεις της αδύνατης όψης της αντίφασης.
5. Η ελεγχόμενη πτώχευση...
Προκύπτει εύλογα λοιπόν το ερώτημα που ο «σοβαρός» τύπος και τα μέσα ενημέρωσης συστηματικά διατυπώνουν, απηχώντας και τους προβληματισμούς των οικονομικών του νεοφιλελευθερισμού, από τις ακαδημαϊκές έδρες, τα βραβεία Νόμπελ και τις οικονομικές μελέτες των μεγάλων αξιολογικών οίκων, έως τα καταγώγια των γραφείων στοιχημάτων και των κατ’ επάγγελμα αργυραμοιβών: «Θα πτωχεύσει η Ελλάς»; Ή καλύτερα, το περισσότερο επιστημονικοφανές ερώτημα, το οποίο διαπερνά ένα σύστημα που βασικά διαχειρίζεται τις προσδοκίες και πάνω τους οικοδομεί τον επιχειρηματικό σχεδιασμό: Με ποια πιθανότητα «θα πτωχεύσει η Ελλάς» σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο άμεσο ή απώτερο μέλλον;
Η απάντηση εξαρτάται απόλυτα από την έννοια που αποδίδεται στην πτώχευση. Και μιας και η διαχείριση του Δημοσίου όλο και περισσότερο προσομοιάζει με τη διοίκηση επιχείρησης, δεν στερείται βάσης αν δανειστούμε τις σχετικές έννοιες από το τρέχον πτωχευτικό δίκαιο των επιχειρήσεων στο οποίο επικρατεί η πρωτοκαθεδρία των βασικών πιστωτών έναντι των δευτερευόντων (προβλέπονται σχετικές πλειοψηφίες και μειοψηφίες), και η επιβολή των διεκδικήσεων και δικαιωμάτων των πρώτων πάνω στους δεύτερους με άξονα την υπόσταση και λειτουργία της ίδιας της επιχείρησης.
Και εδώ προκύπτει ένα παράδοξο: αν οι βασικοί πιστωτές είναι εκείνοι που εκπροσωπούνται από την Τρόικα ποιοι είναι οι δευτερεύοντες; Υπάρχει χρέος αφανές που απαξιώνεται με την παρέμβαση και επιβολή των πρώτων; Πώς συγκαλύπτεται αυτή η πραγματικότητα και πόσο αδύναμοι είναι οι δευτερεύοντες πιστωτές ώστε να αποδέχονται αγόγγυστα την πρωτοκαθεδρία των πρώτων και τη δικιά τους υποβάθμιση;
Υπάρχει πράγματι ένα σημαντικό αφανές χρέος του Δημοσίου απέναντι σε εκείνους που κάθονται στην αδύναμη πλευρά του κοινωνικού μοχλού. Ένα χρέος με πολλές συνιστώσες που τεκμηριώνεται από την κρατική άρνηση αποδοχής του:
Το χρέος προς τα νοικοκυριά και την εργασία που προκύπτει από την υποχώρηση της κοινωνικής πολιτικής, ένα χρέος που σήμερα έχει μετατραπεί σε ιδιωτικό δανεισμό από τις τράπεζες.
Το χρέος προς την κοινωνική ασφάλιση που έρχεται στην επιφάνεια με την κρατική στάση πληρωμών ανειλημμένων υποχρεώσεων συντάξεων και επιδομάτων, παρά το γεγονός ότι αξιοποιήθηκαν από το κράτος και το κεφάλαιο οι από δεκαετιών καταβεβλημένες εισφορές που ουδέποτε λειτούργησαν σε ανταποδοτική βάση.
Το χρέος από τις καταργούμενες αποζημιώσεις των απολύσεων, τον περιορισμό των υποχρεώσεων προς τους ανέργους, τη μείωση επιδομάτων και του χρόνου καταβολής τους.
Αυτό το αφανές χρέος διαγράφεται με τη συναίνεση των διαχειριστών του, πρωτοφειλετών, της Τρόικας και κυρίως της κυβερνητικής πολιτικής. Εντελώς «συμπτωματικά» στην πρώτη κατηγορία ανήκουν οι εκπρόσωποι του κεφαλαίου, ενώ στη δεύτερη διαμεσολαβημένα και με την εκπροσώπηση της «Πολιτείας» πλήττεται η ίδια η εργασία.
Πρόκειται για «ελεγχόμενη πτώχευση με αναδιοργάνωση», όπως προβλέπεται στο τρέχον πτωχευτικό δίκαιο για επιχειρήσεις που αξιοποιούν την πτωχευτική διαδικασία για να απαλλαγούν από υποχρεώσεις προς ορισμένους πιστωτές εις όφελος των κυρίαρχων πιστωτών που υπαγορεύουν τη διαδικασία. Άρα το ερώτημα «θα πτωχεύσει η Ελλάς;» στερείται βάσης. Πίσω από τα μεγάλα λόγια της «προστασίας της πατρίδας» από την πτώχευση, κρύβεται η σκληρή πραγματικότητα ότι για κάποιους (την εργασία) η «πατρίδα» έχει ήδη πτωχεύσει και υιοθετεί στάση πληρωμών: Η ψήφιση του ασφαλιστικού το τεκμηριώνει πέρα από κάθε αμφιβολία. Ενώ για άλλους δεν συζητιέται ούτε το haircut («κούρεμα» ή αναδιάρθρωση). Οι οποίοι άλλωστε, βάσει Μνημονίου, έχουν την εξασφάλιση της άμεσης πρόσβασης στα κρατικά έσοδα, δίκην collateral.
Αν κάποιος είχε απορίες για την υφή των κοινωνικών συσχετισμών, η παρούσα συγκυρία και η «ελεγχόμενη πτώχευση» τις απαντούν με απόλυτη σαφήνεια. Προέχει η «σωτηρία» των κυρίαρχων πιστωτών. Οι άλλοι μπορούν να περιμένουν...
6. ... και τα κοινωνικά στηρίγματά της
Και είναι εμφανές ποιοι βρίσκονται στην αδύνατη πλευρά των κοινωνικών συσχετισμών. Όπως επίσης ποιες μερίδες του κεφαλαίου τάσσονται αναφανδόν υπέρ των νέων ρυθμίσεων και των επιλογών της κυβέρνησης που σε πολλά υπερακοντίζει τις επιταγές του Μνημονίου και της Τρόικας ως διαχειριστή των βασικών Πιστωτών και συνδίκου της ελεγχόμενης επιλεκτικής πτώχευσης. Εντούτοις υπάρχουν και ενδιάμεσες κοινωνικές κατηγορίες που δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το εύρος των μετασχηματισμών, ούτε το βαθμό που οι τελευταίοι παρεμβάλλονται στους σχεδιασμούς τους.
Στις τελευταίες συγκαταλέγονται παραδοσιακά κοινωνικά στηρίγματα του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας που βρίσκονταν επί δεκαετίας στην προστατευτική σκιά της φορολογικής και εισφοροεισπρακτικής ασυλίας, κοινωνικές κατηγορίες που ξαφνικά καλούνται να καταβάλουν έστω κάτι συμβολικό στα «κοινωνικά» αποθεματικά για τη «σωτηρία του έθνους». Και πάλι τίθεται το ερώτημα: σε ποια βάση αναδιατάσσονται οι συμμαχίες του κυρίαρχου μπλοκ με αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες και πόσο ασταθείς μπορεί να είναι;
Για να απαντηθεί αυτό το πλέγμα ερωτημάτων απαιτείται η τοποθέτηση της σχέσης στην ιστορική διάστασή της: η συμμαχία των δεσποζουσών μερίδων του μεγάλου κεφαλαίου με το μικρό κεφάλαιο, τη μικρή ιδιοκτησία και τους αυτοαπασχολούμενους στηριζόταν σε μια επωφελή ανταλλαγή. Από τη μια μεριά το «μικρό κεφάλαιο» εξασφαλίζει την «προστασία» του κράτους, του «νόμου» και των μηχανισμών απέναντι στη συνεχή και ευρέως φάσματος «παραβατικότητά» του (φοροδιαφυγή, εισφοροαποφυγή, παρακράτηση ΦΠΑ, άτυπη εργασία, άτυπες εργασιακές σχέσεις, εκμετάλλευση των μεταναστών κλπ.) καταβάλλοντας το τίμημα μηδαμινής κοινωνικής πρόνοιας, ελλιπών κοινωνικών υποδομών, ανύπαρκτων επιδομάτων ανεργίας. Από την άλλη το κυρίαρχο μπλοκ κατορθώνει να διατηρεί τις κοινωνικές κατακτήσεις σε αναστολή: Ντε φάκτο ελαστικές εργασιακές σχέσεις ατύπως στην ημερήσια διάταξη, αγαστή συνύπαρξη επίσημης και αφανούς οικονομίας, συμπίεση της εργασίας, φθηνή πηγή ελαστικού εργατικού δυναμικού ανάλογα με τις ανάγκες. Μια καθ’ όλα «έντιμη» συναλλαγή: «ασυλία» του μικρού κεφαλαίου με αντάλλαγμα τη χρήση του ως βαλβίδα κοινωνικής προσαρμοστικότητας της εργασίας εις όφελος του κυρίαρχου μπλοκ.
Σήμερα, με το συσχετισμό δύναμης που διαμορφώνεται και την άτακτη υποχώρηση της εργασίας μπροστά στη λαίλαπα των νέων ρυθμίσεων, η συνδρομή των «μικρών» εταίρων στη σταθερότητα του κυρίαρχου μπλοκ έχει χάσει τη σημασία που κάποτε διέθετε. Οι εργασιακές σχέσεις γίνονται καταστατικά από μόνες τους ελαστικές και το εργασιακό κόστος βρίσκεται τόσο απόλυτα όσο και σχετικά σε υποχώρηση. Το κυρίαρχο μπλοκ δεν έχει πλέον την ανάγκη τους, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που την καλλιεργούσε έως σήμερα. Γι’ αυτό και μπορεί πια να «εξορθολογίσει» τις κοινωνικές σχέσεις. Δεν είναι η «έκτακτη ανάγκη» που αναγκάζει στον εξορθολογισμό των σχέσεων και των κρατικών πολιτικών, αλλά η πειθάρχηση της εργασίας ως αποτέλεσμα της «έκτακτης ανάγκης» επιτρέπει να κληθούν και οι σύμμαχοι στο ταμείο, αθετώντας προηγούμενες δεσμεύσεις και συμμαχίες.
Κλονίζονται λοιπόν οι παραδοσιακές ταξικές συμμαχίες του μπλοκ εξουσίας; Αμφίβολο. Διαταράσσονται ισορροπίες; Σχετικά βέβαιο. Ευκαιρίες για την Αριστερά; Ναι, αν ενστερνιζόμαστε την «εύκολη» θεωρία περί «προλεταριοποίησης» των μικροαστών και «αντικειμενικής» σύγκλισής τους με την εργατική τάξη (αλήθεια πόση ζημιά έχει κάνει η Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ και οι σύγχρονοι θιασώτες της!). Αλλά ποιος στοιχηματίζει έστω και ένα ευρώ πάνω σε μια τέτοια προοπτική; Ίσως όσοι είναι αρκετά αφελείς και ορκισμένοι οπαδοί της κοινωνικής τελεολογίας ώστε να πιστεύουν στον πρωτόγονο κοινωνικό αναγωγισμό. Ενώ αρνούνται να αντλήσουν διδάγματα από την ιστορία του 20ού αιώνα, όταν παρόμοιες αναδιατάξεις οδήγησαν σε απίστευτες ανατροπές φασιστικής ή εθνικοσοσιαλιστικής απόχρωσης.
Κάθε ευκαιρία είναι λοιπόν συνάρτηση μιας προοπτικής ηγεμονικής παρουσίας της Αριστεράς, γεγονός που σήμερα παραμένει τουλάχιστον νεφελώδες.
7. Η απάντηση της Αριστεράς
Από τα παραπάνω προκύπτουν πολύ συγκεκριμένες προτεραιότητες που πρέπει να υιοθετήσει η Αριστερά για να απαντήσει στη σημερινή κατάσταση, στην κρίση.
Πρώτα απ’ όλα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην κρίση της εργασίας και όχι στην κρίση των οικονομικών του κράτους. Μπροστά πρέπει να μπαίνουν τα αιτήματα που σχετίζονται με την ταξικότητα της σύγκρουσης, αιτήματα για την αναδιανομή του εισοδήματος, τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, τον δημόσιο πλούτο, και να έπονται – στο μέτρο που πραγματικά τίθενται και είναι αναγκαία – τα αιτήματα που απαντούν στο «τι θα κάνει η χώρα με το χρέος».
Και πέρα από τα όσα αναπτύξαμε στα προηγούμενα, υπάρχει η ανάγκη για δημόσιο έλεγχο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ως κομβικό σημείο της κρίσης, η αντιπαράθεση στις ιδεολογίες της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας, της επίρριψης ευθύνης στην τρόικα για μέτρα που αποτελούν πρωτοβουλία της κυβέρνησης και είναι ολότελα εκτός του Μνημονίου. Η σύγκρουση είναι και παραμένει ταξική και όχι ανάμεσα στις δυνάμεις του έθνους και στους ξένους που «μας επιβάλουν τα μέτρα». Το ΠΑΣΟΚ είναι ο καλύτερος μαθητής του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα και αντιλαμβάνεται την κρίση ως ευκαιρία για να περάσει μέτρα που ούτως ή άλλως έχει επιχειρήσει να επιβάλει στο παρελθόν, όπως για παράδειγμα η ανασφάλιστη εργασία των νέων σε καθεστώς μαθητείας με μισθούς κάτω από τη συλλογική σύμβαση εργασίας.
Το κρίσιμο λάθος από την πλευρά της Αριστεράς θα ήταν να εστιαστεί στην κρίση του κράτους και όχι στην κρίση της εργασίας. Η πρώτη εκδοχή αποτελεί θητεία στην κοινωνική, πολιτική και ιδεολογική αυτοχειρία. Η δεύτερη υποδηλώνει την πρόθεση να υπερασπιστεί τα ταξικά, εργασιακά και κοινωνικά συμφέροντα των υποτελών τάξεων. Πρόκειται για αγώνα αμυντικό, απόλυτα αναγκαίο παρά τους λεονταρισμούς όσων ανεγκέφαλα προπαγανδίζουν την «αντεπίθεση», τη στάση πληρωμών, τη σύγκρουση σε πείσμα των συσχετισμών και χωρίς συγκεκριμένη στόχευση για τη συνέχεια.
Σήμερα απαιτείται δουλειά «τυφλοπόντικα», οργάνωση της άμυνας της κοινωνίας, οικοδόμηση μιας αποτελεσματικής αριστερής γραμμής, που, ειδικά σήμερα, δεν μπορεί απλά να περιοριστεί στη διεκδίκηση και στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις, αλλά οφείλει να συμβάλει στη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και μορφών αυτοοργάνωσης των κομματιών που πλήττονται από την κρίση.
Αντιπαραδείγματα δηλαδή κοινωνικής οργάνωσης που θα στηρίζονται στην ικανοποίηση των αναγκών και όχι στη μεγιστοποίηση του κέρδους.
Το κύριο χαρακτηριστικό της κρίσης είναι η συνολική επαναδιαπραγμάτευση του συσχετισμού δύναμης ανάμεσα στον κόσμο της εργασίας και τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Η συγκεκριμένη ανάλυση επιβεβαιώνεται κάθε μέρα όλο και ποιο πολύ από την πρωτοφανή επίθεση που δέχονται εργατικές και κοινωνικές κατακτήσεις χρόνων. Μέσα σε αυτή την συγκυρία πρώτο μέλημα μας δεν μπορεί να είναι άλλο από την οργάνωση της άμυνας της κοινωνίας. Απαραίτητο βήματα για την συγκρότηση της οποίας είναι η αποδόμηση της κυρίαρχης προπαγάνδας σχετικά με την κρίση, τα αίτιά της και την αναγκαιότητα των κυβερνητικών μέτρων και η δημιουργία ενός συνόλου πρακτικών που θα δίνουν απάντηση στα πιο άμεσα ζητήματα της καθημερινότητας όσων πλήττονται.
Για την έξοδο από την κρίση.
Όταν αναφερόμαστε στην κρίση πρέπει να μην λησμονούμε το γεγονός ότι στην πραγματικότητα μιλάμε όχι για μία άλλά για τρεις κρίσεις, με τη δική τους αυτονομία:
Για την κρίση του κεφαλαίου που εμφανίζεται μέσω της μείωσης των κερδών, τη χρεοκοπία επιχειρήσεων, την υποαπασχόληση των παραγωγικών εγκαταστάσεων κτλ.
Για την κρίση των οικονομικών του κράτους που εμφανίζεται μέσω των αυξανόμενων ελλειμμάτων και του χρέους.
Για την κρίση της εργασίας που εμφανίζεται μέσω της αύξησης της ανεργίας, της μείωσης των μισθών, της επισφάλειας και της απώλειας εργασιακών δικαιωμάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα δεν μπορεί να υπάρξει μία καθολικά αποδεχτή μεθοδολογία για την έξοδο από την κρίση. Κάθε πρόταση φέρει μαζί της μια συγκεκριμένη ταξική οπτική και μεροληψία. Κάθε πρόταση στηρίζεται και σε διαφορετικές προτεραιότητες. Από τη μία μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανάκαμψης της κερδοφορίας, αλλά και του χρέους, των ελλειμμάτων και από την άλλη μεριά υπάρχουν τα ζητήματα της ανεργίας, των μισθών, των εργασιακών δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Αυτό που βιώνουμε σήμερα είναι μια προσπάθεια της κυβέρνησης, με όπλο την κρίση των οικονομικών του κράτους, να μετατραπεί η κρίση του κεφαλαίου σε κρίση της εργασίας, έτσι ώστε να επιδοτηθούν τα κέρδη των επιχειρήσεων μέσα από τη μείωση των μισθών κάτω από τα όρια επιβίωσης και καταργώντας τα όποια αναιμικά εργασιακά δικαιώματα, βυθίζοντας τους εργαζομένους και την κοινωνία στη φτώχεια.
Αυτή τη στιγμή υπάρχουν δύο δρόμοι εξόδου από την κρίση. Η έξοδος σε βάρος της κερδοφορίας και των προνομίων του κεφαλαίου και η έξοδος σε βάρος των δικαιωμάτων και των κατακτήσεων του κόσμου της δουλειάς.
Τα μέτρα της κυβέρνησης και των διεθνών συμμάχων της (ΕΕ-ΔΝΤ) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αποτελούν λύση για τον κόσμο της δουλειάς και τη νεολαία. Είναι μέτρα με αποκλειστική στόχευση (α) την μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους με δημόσια έσοδα που έχουν ως πηγή τα λαϊκά εισοδήματα, και (β) την αύξηση της κερδοφορίας. Ακόμα και στην περίπτωση επίτευξης των συγκεκριμένων στόχων η κατάσταση των εργαζομένων θα χειροτερεύσει δραματικά αφού θα μιλάμε για περισσότερο από 1 εκ. ανέργους, 3 εκ. εργαζόμενους σε επισφαλείς θέσεις και συνολική κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και του κοινωνικού κράτους.
Δεν είναι όμως λίγες οι αναλύσεις που πλέον αμφισβητούν την ικανότητα των μέτρων να πετύχει ακόμα και τους παραπάνω στόχους. Ακόμα και το ΔΝΤ αναφέρει ότι στο τέλος του σταθεροποιητικού προγράμματος το χρέος θα έχει αυξηθεί σχεδόν στο 150%. Με βάση αυτά τα δεδομένα είναι πιθανόν να γίνει επαναδιαπραγμάτευση του χρέους με διαγραφή ενός κομματιού του. Χωρίς όμως την ύπαρξη ενός μαζικού κινήματος στους δρόμους θα είναι μια διαγραφή που θα συμβεί αφού έχουν περάσει τα μέτρα που διαλύουν τις εργασιακές σχέσεις: Θα εναρμονίζεται έτσι με τα συμφέροντα του κεφαλαίου, αφήνοντας στο απυρόβλητο τις φοροαπαλλαγές και τα προνόμιά του.
Σχετικά με το χρέος και το έλλειμμα.
Το μέγεθος του χρέους, που ακουμπάει το 120% του ΑΕΠ, από μόνο του δεν σημαίνει τίποτα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν οικονομίες όπως η Ιαπωνία με χρέος 200%. Επίσης το μέγεθος του χρέους δεν είναι πρωτοφανές αφού για πρώτη φορά το χρέος άγγιξε το 120% το 1993 και από τότε περιστρέφεται σε αυτά τα μεγέθη.
Η δημιουργία του χρέους αποτελεί ένα από τα καλύτερα παραδείγματα για την σκληρά ταξική φύση της πολιτικής των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ όλων αυτών των χρόνων. Αποδεικνύει με τον ποιο ξεκάθαρο τρόπο τον ταξικό χαρακτήρα της ανάπτυξης που γνωρίσαμε και το γεγονός ότι η σημερινή κρίση είναι η άλλη όψη της προηγούμενης ανάπτυξης. Από το 1997 μέχρι το 2007 η Ελλάδα είχε από τους μεγαλύτερους ρυθμούς ανάπτυξης στην Ευρωζώνη με αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση του ΑΕΠ κατά 44%. Με σταθερούς τους υπόλοιπους παράγοντες (κρατικά έσοδα, δαπάνες κλπ.) έπρεπε να επέλθει σημαντική μείωση του χρέους ως % του ΑΕΠ, (αφού αυτό ορίζεται πάντα ως ποσοστό επί του ΑΕΠ). Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη λόγω της τεράστιας μείωσης των φορολογικών συντελεστών στα κέρδη του κεφαλαίου και στη μεγάλη περιουσία, από 45%-40% (το 1981) στο 25% με στόχο το 20%, και την εισαγωγή μίας πλειάδας φοροαπαλλαγών.
Το χρέος αποτελεί τη συσσώρευση των ελλειμματικών προϋπολογισμών λόγω της διαχρονικής υστέρησης των κρατικών εσόδων έναντι των δαπανών. Το έλλειμμα του τελευταίου έτους είναι 13,6% του ΑΕΠ. Από αυτό 9% του ΑΕΠ είναι πρωτογενές έλλειμμα (δηλαδή στη διάρκεια του έτους οι δημόσιες δαπάνες υπερείχαν κατά 9% του ΑΕΠ, ήτοι 22,5 δις ευρώ περίπου των δημόσιων εσόδων), ενώ το υπόλοιπο (4,6% του ΑΕΠ ή 11,5 δις ευρώ) πήγε στην εξυπηρέτηση του συσσωρευμένου δημόσιου χρέους (συνολικού ύψους 300 δις ευρώ περίπου). Τα φορολογικά έσοδα προέρχονται κυρίως από φόρους, από φόρους κατανάλωσης κατά τα δύο τρίτα και από άμεσους φόρους κατά το ένα τρίτο.
*Με αυτή την έννοια, το γεγονός ότι το χρέος ως % του ΑΕΠ παρέμεινε σταθερό τη δεκαετία πριν την κρίση παρά τη μεγάλη αύξηση του ΑΕΠ κατά 44%, δείχνει ότι το χρέος είναι κυρίως η συσσωρευμένη φοροαπαλλαγή (και όχι φοροδιαφυγή!) του μικρού και μεγάλου κεφαλαίου. Επίσης, το χρέος δημιουργούσε μια επικερδή σφαίρα τοποθέτησης κεφαλαίων για τους δανειστές του ελληνικού κράτους, τα εγχώρια και ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Τέλος άλλη μια μεταβλητή του χρέους αποτελούν και οι ιδιωτικοποιήσεις κερδοφόρων τομέων και επιχειρήσεων (που στερούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς από σημαντικά έσοδα).
Η ταξικότητα του χρέους όμως, πέρα από το ζήτημα της πηγής των εσόδων του Προϋπολογισμού) προκύπτει και από μία πιο προσεκτική ανάγνωση των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού. Το ελληνικό κράτος είναι πολύ «μικρό» σε ό,τι αφορά τις δαπάνες για τις κοινωνικές υπηρεσίες. Αντιθέτως είναι ένα τεράστιο και σπάταλο κράτος σε ό,τι αφορά τις στρατιωτικές δαπάνες και συνολικότερα τις δαπάνες για τον κατασταλτικό μηχανισμό.
Η απάντηση της Αριστεράς.
Από τα παραπάνω προκύπτουν πολύ συγκεκριμένες προτεραιότητες για την μεθοδολογία δουλειάς που πρέπει να ακολουθήσει η αριστερά για τη δική της απάντηση στη σημερινή κατάσταση. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να δίνει προτεραιότητα στην κρίση της εργασίας και όχι στην κρίση των οικονομικών του κράτους. Μπροστά πρέπει να μπαίνουν τα αιτήματα που σχετίζονται με την ταξικότητα της σύγκρουσης, αιτήματα για την αναδιανομή του εισοδήματος, τις εργασιακές σχέσεις, το ασφαλιστικό, τον δημόσιο πλούτο, και να έπονται τα αιτήματα που απαντούν στο «τι θα κάνει η χώρα με το χρέος».
Έχοντας αναδείξει τον ταξικό χαρακτήρα του χρέους και της σημερινής σύγκρουσης και την προτεραιότητα για έξοδο από την κρίση της εργασίας στην συνέχεια μπορούμε να απαντάμε και στο ζήτημα της κρίσης των οικονομικών του κράτους. Το πρώτο πράγμα που ζητάμε είναι η δυνατότητα δανεισμού από την ΕΚΤ με 1% ακριβώς όπως έγινε και με τις εμπορικές τράπεζες που δανείστηκαν με αυτό το επιτόκιο και στην συνέχεια δάνεισαν το ελληνικό με 5% και παραπάνω. Κάτι τέτοιο σημαίνει ανατροπή του Συμφώνου Σταθερότητας το οποίο, καίτοι έχει καταστεί από τις εξελίξεις ανενεργό, τώρα υπάρχει μια προσπάθεια επαναφοράς και σκλήρυνσης του.
Δεύτερος άξονας είναι ο δημόσιος έλεγχος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με πρώτο βήμα τη δημιουργία ενός δημόσιου πυλώνα από την Εθνική την Αγροτική και το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο. Αξίζει να υπενθυμίζουμε ότι οι τράπεζες έχουν αποσπάσει οικονομική βοήθεια 12 δις και τώρα εκταμιεύουν άλλα 17. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι από το πρώτο σκέλος του πακέτου τα 7 δις δεν ήταν απλά εγγυήσεις. Με αυτό το ποσό θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να έχει αυτή την στιγμή των έλεγχο όλων των βασικών τραπεζών αν είχαν αγοραστεί κοινές μετοχές και όχι προνομιούχες που δεν συμμετέχουν στην διοίκηση.
Σχέδια διαχείρισης της λαϊκής δυσαρέσκειας από την μεριά των κυρίαρχων.
Οι συνέπειες της κρίσης και των πολιτικών που ακολουθούνται έχει αρχίσει να δημιουργεί μια πρωτοφανή κοινωνική κατάσταση που δύσκολα αντιμετωπίζεται. Η πρώτη γραμμή άμυνας που έχει υιοθετηθεί από τα κόμματα που πρωτοστατούν στην επίθεση ενάντια στις λαϊκές κατακτήσεις, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ είναι αυτή της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας. Με το συγκεκριμένο πλαίσιο η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και οι σύμμαχοί της μπορούν να βγαίνουν από τη δύσκολη θέση ισχυριζόμενοι ότι δεν ευθύνονται αυτοί για τα επώδυνα μέτρα αλλά η τρόικα ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ και ότι συνολικά για τη σημερινή κατάσταση ευθύνεται η προηγούμενη κυβέρνηση που μας οδήγησε στο σημείο απώλειας της εθνικής κυριαρχίας.
Η συγκεκριμένη ανάλυση δημιουργεί ένα δίπολο ανάμεσα στις δυνάμεις του έθνους και στους ξένους που μας επιβάλουν τα μέτρα, αποκρύβει έτσι τον πραγματικό χαρακτήρα της σύγκρουσης που είναι ταξικός και δημιουργεί μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στις πολιτικές δυνάμεις που με «αίσθημα εθνικής ευθύνης αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα των μέτρων για να επανακτήσει η χώρα τη χαμένη εθνική ακεραιότητα» και στις «ανεύθυνες πολιτικές δυνάμεις που θέλουν να βουλιάξουν την χώρα στο χάος».
Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ο λόγος μας να δίνει τη δυνατότητα στο ΠΑΣΟΚ να αποποιηθεί τις ευθύνες του όχι μόνο για τη σημερινή κατάσταση αλλά και για την ίδια την ουσία των μέτρων. Τόσα χρόνια το ΠΑΣΟΚ δεν χρειάστηκε ούτε το ΔΝΤ ούτε κανέναν άλλο για να ιδιωτικοποιήσει τον δημόσιο πλούτο και τις δημόσιες υπηρεσίες, φτάνοντας σε σημεία παροξυσμού, πουλώντας μέσω της Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα παραλίες και εκτάσεις γης. Δεν χρειάστηκε κανέναν για να επιτεθεί στις εργασιακές σχέσεις, στο ασφαλιστικό και στο δημόσιο σύστημα υγείας και παιδείας. Στη σημερινή κρίση υπάρχει πιο ξεκάθαρα από ποτέ ένα συγκεκριμένο δίλημμα: συνέχιση της νεοφιλελεύθερης πολιτικής ή συνολική ρήξη με αυτή και χάραξη μιας διαφορετικής κατεύθυνσης με βάση την προστασία των εργασιακών κατακτήσεων και δικαιωμάτων και συνολικότερα του δημόσιου πλούτου και των κοινωνικών αναγκών.
Το ΠΑΣΟΚ έχει αποδειχτεί ο καλύτερος μαθητής του νεοφιλελευθερισμού στη χώρα και άρα τις συγκεκριμένες πολιτικές τις έχει επιλέξει και δεν του τις έχουν επιβάλει. Σήμερα η κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου αντιλαμβάνεται την κρίση σαν μια ευκαιρία για να περάσει μέτρα που ούτως ή άλλως έχει προκηρύξει στο παρελθόν, όπως η ανασφάλιστη εργασία των νέων σε καθεστώς μαθητείας με μισθούς κάτω από τη συλλογική σύμβαση εργασίας. Με αυτή την έννοια για το ΠΑΣΟΚ και τους συμμάχους του όπως το ΛΑΟΣ και η οικογένεια Μητσοτάκη τα μέτρα δεν είναι απλά αναγκαίο κακό αλλά είναι πάνω απ’ όλα «ορθά».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διεξάγεται και η κριτική μας απέναντι στην Ε.Ε. Μία κιτρική που οφείλει να είναι συνολική σχετικά με το πλαίσιο λειτουργίας και τους στόχους που εξυπηρετεί η Ε.Ε., τονίζοντας όμως πάντα τις ευθύνες που έχει συνολικά η σοσιαλδημοκρατία και τα λαϊκά κόμματα που από κοινού σχεδίασαν την σημερινή ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική. Είναι ξεκάθαρο ότι οι κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες δυνάμεις στην Ευρώπη θέλησαν να δημιουργήσουν ένα μηχανισμό που θα τους παρέχει περισσότερες εγγυήσεις για την αναπαραγωγή των σημερινών ταξικών πολιτικών. Ο παραπάνω στόχος επιτεύχθηκε ακριβώς λόγω της ύπαρξης συγκεκριμένων συσχετισμών στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κρατών. Η ίδια η Ε.Ε. αποτελεί συμπύκνωση και αποκρυστάλλωση ταξικών συσχετισμών τους οποίους πρέπει να αγωνιστούμε για να ανατρέψουμε.
Η δεύτερη γραμμή άμυνας που φαίνεται να καλλιεργείται από μερίδες του αστικού συνασπισμού εξουσίας και πιο συγκεκριμένα από τον τύπο είναι η στοχοποίηση για τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας του πολιτικού συστήματος και του πολιτικού προσωπικού με όρους διαχείρισης. Έτσι για τη σημερινή κατάσταση δεν ευθύνεται ο νεοφιλελευθερισμός και η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση αλλά τα «λαμόγια και οι κλέφτες» που τα «έφαγαν». Όπως έδειξαν και οι τελευταίες εκλογές, με την επιλογή της κυβέρνησης της ΝΔ να προσφύγει σε πρόωρες κάλπες τη στιγμή που ήταν περισσότερο από σίγουρη η ήττα της, το πολιτικό προσωπικό είναι αναλώσιμο μπροστά στην ανάγκη για συνολική αναπαραγωγή του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Με αυτή την έννοια ένα σχέδιο εκτόνωσης της λαϊκής δυσαρέσκειας μπορεί να είναι η θυσία ενός κομματιού του πολιτικού κόσμου ως υπεύθυνου για σπατάλες και σκάνδαλα που μας έφεραν σε αυτή την τραγική θέση.
Στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αντίληψης μπορεί εύκολα, με μανδύα τον «τεχνοκρατισμό», να προκριθούν ακραίες αντιδημοκρατικές λύσεις. Μία τέτοια θα μπορούσε να είναι μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» που θα αποτελούνταν από τεχνοκράτες και «ανθρώπους της αγοράς», οι οποίοι θα αναλάμβαναν τη έξοδο της χώρας από το σημερινό τέλμα. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας λύσης θα μπορούσε να ζητηθεί, κάτι που έχει γίνει ήδη από τους κύκλους των πιο ακραίων νεοφιλελεύθερων, αναστολή άρθρων του συντάγματος που σχετίζονται με τη συνδικαλιστική δράση και τις απεργίες έτσι ώστε σε κλίμα ταξικής ειρήνης «η χώρα» να μπορέσει να «ορθοποδήσει».
Το κύριο χαρακτηριστικό και των δύο γραμμών άμυνας που μέχρι τώρα φαίνεται να αναπτύσσονται από τη μεριά του αντιπάλου είναι η αποσιώπηση του ταξικού χαρακτήρα της σημερινής σύγκρουσης. Η σύγκρουση επιχειρείται να μεταμφιεστεί ή σε εθνική υπόθεση ή σε διαχειριστική σύγκρουση ενάντια στους κλέφτες πολιτικούς και τους τεμπέληδες δημόσιους υπαλλήλους. Δουλειά μας είναι να τοποθετούμε τη σημερινή κατάσταση στην πραγματικής της βάση, δηλαδή στη δομική καπιταλιστική κρίση και στη συνολικότερη αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού και παράλληλα να αναδεικνύουμε τις εναλλακτικές που έχει μπροστά του ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία.
Πολιτικό και όχι τεχνικό το ζήτημα εξόδου από την κρίση.
Ένα από τα λάθη που φαίνεται στη συγκεκριμένη συγκυρία να κάνουν κομμάτια του κινήματος είναι η προσπάθεια εξεύρεσης ενός υπερ-αιτήματος που θα μπορέσει να αποτελέσει την απάντηση της Αριστεράς για την έξοδο από την κρίση, συσπειρώνοντας την πλειοψηφία των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό δε της ηγεμονίας του αστισμού στο εσωτερικό της Αριστεράς ακόμα και σήμερα είναι ότι η αναζήτηση αυτού του υπερ-αιτήματος βρίσκεται στο σκέλος της κρίσης των οικονομικών του κράτους και όχι στην κρίση της εργασίας.
Για εμάς το ζήτημα εξόδου από την κρίση είναι πρωτίστως πολιτικό και όχι τεχνικό. Με αυτή την έννοια όταν μιλάμε για έξοδο από την κρίση πρέπει να εξηγούμε από ποια κρίση εννοούμε και ποιες είναι οι προτεραιότητές μας και την ίδια στιγμή να αναδεικνύουμε την εξελισσόμενη κοινωνική και πολιτική σύγκρουση. Έξοδος από την κρίση σημαίνει ρήξη με τον νεοφιλελευθερισμό και συνολικά μια πολιτική που θα ακολουθεί την αντίστροφη πορεία από αυτή που μας έφερε μέχρι εδώ. Μια πολιτική που θα προστατεύει το εργατικό εισόδημα και συνολικά τις εργασιακές κατακτήσεις, θα ακυρώνει την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων και τις ιδιωτικοποιήσεις, θα προστατεύει τον δημόσιο πλούτο και θα στηρίζεται συνολικά στην ικανοποίηση των αναγκών του κόσμου της δουλειάς και της νεολαίας.
Εμείς υποστηρίζουμε ότι έχει τεράστια πολιτική σημασία η σειρά των στόχων πρέπει να είναι συγκεκριμένη:
Ξεκινάμε από τα ζητήματα προστασίας της εργασίας και αναδιανομής του εισοδήματος (υπεράσπιση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αύξηση των μισθών πείνας σε αξιοπρεπή επίπεδα, κλπ.) και τα επεκτείνουμε σε μέτρα για την αντιμετώπιση της κρίσης των δημόσιων οικονομικών (αύξηση των φορολογικών συντελεστών του κεφαλαίου στο 40% των κερδών, κατάργηση φοροαπαλλαγών, φορολόγηση εκκλησιαστικής περιουσίας, επιβολή ειδικού φόρου στις εισηγμένες στο ΧΑΑ επιχειρήσεων: να καταθέτουν το 10% των ετήσιων κερδών τους υπό τη μορφή μετοχών υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος, μείωση των στρατιωτικών δαπανών κατά 50%, αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης για την ενίσχυση των κοινωνικών λειτουργιών, τη διαφάνεια και τον δημόσιο έλεγχο, την αύξηση της αποτελεσματικότητας).
Στη συνέχεια και μόνο στη βάση των προηγούμενων θέτουμε ζητήματα που αφορούν την κρίση χρέους καθαυτή, όπως η διαγραφή ενός μέρους του.
Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να παραβλέπουμε το ζήτημα του συσχετισμού δύναμης που αποτελεί και τον πραγματικό δείκτη για την εφαρμογή μιας τεχνικής πρότασης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόταση για στάση πληρωμών και έξοδο από το ευρώ, μια πρόταση που υποστηρίζεται σήμερα και από μερίδες ακραίων νεοφιλελεύθερων οικονομολόγων. Με το σημερινό συσχετισμό δύναμης η εφαρμογή της συγκεκριμένης πρότασης θα βοηθήσει το κεφάλαιο στην πιο γρήγορη μείωση του εργατικού κόστους και στις απαραίτητες σκληρές μεταρρυθμίσεις για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του. Αυτό θα συμβεί μέσα από την υποτίμηση του νέου εθνικού νομίσματος που θα προκύψει. Μια υποτίμηση που θα πλήξει σχεδόν αποκλειστικά τα μισθωτά στρώματα και όχι εκείνους που έχουν τη δυνατότητα μεταφοράς κεφαλαίων στο εξωτερικό και άρα διατήρησής τους σε ευρώ.