Δευτέρα 12 Ιουλίου 2010

εκεινα τα χρονια η χρονικό της μεγαλης κρισης( αποσπασμα )


γραφει ο Νοσφερατος 
 ...εκείνα τα χρόνια οι άνθρωποι είχανε  μαζευτεί ξαφνικά ο ένας κοντά στον άλλο όχι από αγάπη  η συμπόνια η έστω από φόβο αλλά τρέμοντας  μες την ανησυχία  για κάτι απροσδιόριστο άγνωστο και απειλητικό ,δεν ήταν φόβος ήταν μάλλον αγωνία κάτι σαν κυματισμός , εναλλασσόμενα συναισθήματα δέους , οργής, θλίψης που όμως ποτέ δεν μετουσιωνόταν σε πένθος  αλλά παρέμεναν  σαν κύματα σε μια θάλασσα   που φαινόταν ότι θα αγρίευε  συσσωρεύονταν  σύννεφα αγριεμένα και ο ουρανός  άλλαζε χρώματα μωβ , μπλάβο, βαθύ βυσσινί άλλοτε κατακόκκινος  πάντα όμως με ένα υπόστρωμα μαύρου , απειλητικού, μιας σκοτεινιάς ανεξήγητης  τ 'αστέρια κρύβονται και αρχίζει να λυσσομανά ο αέρας και εκείνοι -οι άνθρωποι- ένιωθαν την καρδιά τους να σφίγγεται και έναν κόμπο στον λαιμό,  εντωμεταξύ συνέχιζαν να ασχολούνται με τις εργασίες τους  η να ερωτεύονται  να καβγαδίζουν, να κάνουν παιδιά , να πηγαίνουν σχολειό , να παρκάρουν ,να κάνουν μπάνιο , να συνομιλούν ακατάπαυστα ξέροντας όμως υπόκωφα πως τίποτε πια δεν είναι όπως πριν  και αύριο ,μεθαύριο η και την επομένη ώρα  η ζωή ολονων  θα άλλαζε ριζικά προς το χειρότερο και ότι δεν υπήρχε κάποιος υπεύθυνος ο ένας και μοναδικός φταίχτης ο αποδιοπομπαίος τράγος οπού θα μπορούσαν να ξεσπαθώσουν να τον βάλουν φυλακή να του βγάλουν τα έντερα να τον αποκεφαλίσουν ώστε να βγάλουν το άχτι τους και ότι μάλλον υπήρχαν χιλιάδες η μάλλον εκατομμύρια αίτια  αυτής της παράξενης και ανεξήγητης κρίσης που συσσωρεύτηκαν για χρόνια σαν τα σκουπίδια που  σχημάτιζαν βουνά γύρω από τις πόλεις τους ενόσω αυτοί συνέχιζαν να ψωνίζουν στα σουπερμάρκετ να  διασκεδάζουν στα πολυσινεμα σ'αυτήν την κρίση που σέρνονταν για χρόνια κι έμοιαζε με εκείνο το πανάρχαιο Φίδι που έτρωγε σύμφωνα με τον μύθο την ουρά του  ακατάπαυστα μονό που τώρα δεν ήταν η ουρά αλλά τα ίδια τα παιδιά  του που έτρωγε αυτό το Φίδι που ήταν ο Χρόνος αυτοπροσώπως ,ο Κρονος.(το κακό  είναι πως οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τον Χρόνο σαν την σκιά που ουτως η άλλως τους συντροφεύει είτε φαίνεται  μεγάλη είτε εξαφανίζεται ανάλογα με την φορά των ηλιαχτίδων που είναι όμως πανταχού παρούσα σαν τους χτύπους της  καρδιάς ,σαν την αναπνοή , την εισπνοή την εκπνοή ,ο χρόνος ,αναπόφευκτη σκιά  όπως κι ο θάνατος,  νόμιζαν ότι μπορούν να τον απωθήσουν να τον ξεχάσουν να τον αναβάλλουν παίζοντας  με την απόλαυση , καταναλώνοντας  και φωνάζοντας  ''Ακόμα'' ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ,ΕΝΑ ΠΑΓΩΤΟ ,ΜΙΑ ΚΟΥΚΛΑ ΜΠΑΡΜΠΙ ,ΤΥΧΕΡΆ ΠΑΙΧΝΙΔΑΙ ,ακόμα ένα  ΚΙΝΗΤΟ , ΕΝΑ ΛΑΠΤΟΠ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ακόμα  ενώ εκείνος  τους κατέτρωγε τα σωθικά , στριφογυρνώντας μέσα σα σκουλήκι ,σαν πεταλούδα εκκολαπτόμενη μες το κουκούλι της όντος μας σαν προνύμφη)................

.....κι όμως διψούσαν για να συνεχίσουν την ζωή που μέχρι τώρα έκαναν-να πηγαίνουν με τα αυτοκίνητα τους πάνω κάτω σε ένα ατελείωτο μποτιλιάρισμα να στέκονται ώρες στην ουρά έξω από τα κέντρα διασκέδασης ,να αλαλάζουν σιωπηλοί μπρος τη μεγάλη οθόνη να κάνουν έρωτα μηχανικά ,να αυνανίζονται  μέσα σε μια ατελείωτη φαντασίωση ενώ ήξεραν ότι πάντα η απόλαυση ήταν αλλού και άλλη και κλεμμένη και ενώ, ενδόμυχα ,επιθυμούσαν κάπου όλο αυτό το γαϊτανάκι να τελειώσει να ξαναβρούν την αθωότητα να σταματήσει το κακό και όμως ,συνέχιζαν σαν τα τυφλά γαϊδούρια να σέρνουν τον τροχό του μαγγανοπήγαδου : ελπίδα ,αθωότητα ,διάψευση , εμμονή, συσσώρευση εμπειριών σε ένα κυνήγι μιας ευτυχίας το ίδιο μάταιο όπως η ζωή τους ,ενώ βαθειά φυτεμένη μέσα τους ακουγόταν η σιωπηλή επιταγή του Υπερεγώ: Απήλαυσε το ! Μα..τι; 
Ώσπου ξαφνικά το έδαφος  άρχισε να γλιστρά από τα ποδιά τους  και άνοιγαν κάποιες από τις τρύπες της κολασης:ανοιγματα πού φαίνονται στο μάτι σαν ρωγμές στα βράχια , άλλες ορθάνοικτες και άλλες περιορισμένες και στενές ενώ όλες ήταν ακανόνιστες και μαυρες,εβγαιναν από μέσα τους αναθυμιάσεις σαν πυκνή ομίχλη ................................................................ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: