Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Σκηνικο:

Σκηνικο:
 Αυτό το σκηνικό
Το ξέρω από καιρό.
 Μια επανάληψη
Μια εγκατάλειψη
Μια περιφρόνηση
Και ο Τροχός κυλά.
Αυτό το σκηνικό είναι παμπάλαιο
 Η προσδοκία
 Η προδοσία
 Μνησικακία και αβάσταχτη η επαρση
 Και να πεθαίνεις  ατέλειωτα απέθαντος
 Στις άδειες λέξεις
Μέσα στη Μοίρα  του καιρού σου που Γλιστρά
 Στην επανάληψη
 Στην εγκατάλειψη
 Και ο καιρός σου απ τα χέρια σου Γλιστρά.  

πως θα αντέξουμε και πάλι τον Διόνυσο

πως θα αντέξουμε και πάλι τον Διόνυσο
Θεό της τρέλας και της μέθης κι ευωχίας

με τις Μαινάδες του που προχωρεί γοργά
για να γκρεμίσει το παλάτι του Πενθέα.

 


Ειν’ επικίνδυνη αυτή η ευχαρίστηση
μας κομματιάζει σαν την Θεία Ευχαριστία 


κι αυτό το απολαυστικό πλεόνασμα
Παθος και Πόθος είναι η η ίδια μας Ουσία

είναι ο μέσα μας ο Αλλότριος μας Οίνος
Είναι το οψάρι μας ο τρυφερός Κυπρίνος

Είναι των Βάτραχων παιδί ,είναι Γυρίνος *

τα blogs Κι ο Χρονος

τα blogs Κι ο Χρονος

του Νοσφερατου

Νομίζω ότι τα blogs θέτουν την ίδια την αντίληψη που έχουμε για την πληροφόρηση σε μια νέα βάση … Η νεωτερική κοινωνία ήταν (και είναι ακόμα σε μεγάλο βαθμό) μια «έντυπη» κοινωνία - μια κοινωνία όπου εμφανίζεται και κυριαρχεί η τυπογραφία, η εφημερίδα (αυτή η «νεότερη καθημερινή προσευχή» με τα λόγια του Χέγκελ) και το τυπωμένο βιβλίο Με την μαζική έντυπη επικοινωνία-κυριαρχεί ο γραπτός λόγος-το κείμενο. Γίνεται δυνατή η επικοινωνία με ανθρώπους πού βρίσκονται σε άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο, διασπάται δηλαδή η προηγούμενη συμπόρευση χώρου και χρόνου. Ακόμα ο χρόνος θεωρείτο (και γίνοταν) ανοδικός, προοδευτικός. Αντί για την ιεραρχική στη σειρά των θεμάτων -μονόδρομη επικοινωνία (που υπέβαλλε και μια ιεραρχική αντίληψη του χρόνου) η δομή της Μπλογκοσφαιρας, οριζόντια , διαρκώς διερυνόμενη, όπου το παλιό δεν πετιεται αλλά ανασύρεται, όπου τα σχόλια επικάθονται το ένα στο άλλο σαν ατελείωτο παλιμψηστο, μας ετοιμάζουν για μια νέα κατανόηση του χώρου και του χρόνου… όπου η νεωτερική διάσπαση του χρόνου σε παρελθόν παρόν και μέλλον παύει να υφίσταται. Ο χρόνος συρρικνώνεται, γίνεται ένας παροντικός χρόνος. Τα blogs μας προϊδεάζουν επίσης για μια ακρως εξατομικευμένη-ελιτίστικη επικοινωνία όπου οι τυχόν συλλογικότητες δεν θα μοιάζουν με ότι ήδη ξέραμε …αλλά μάλλον με συγκυριακές και τυχαίες συναντήσεις όπου θα κυριαρχεί η ρευστότητα..

Ως« ο τελευταίος κρίκος της μακραίωνης καπιταλιστικό ΄δημοκρατικό –ατομικιστικής περιπέτειας »:που με την επιλογή και τη συνεχή αλλαγή μας εκπαιδεύει στην ελευθερία θεωρήθηκε η Μόδα η κατά Μπενγιαμιν «αιώνια επανάληψη του καινούργιου» Όμως σ έναν κόσμο με τη μόδα ως αρχή , έχουμε περισσότερα κίνητρα αλλά και περισσότερη βαρεμάρα, μεγαλύτερη χειραφέτηση αλλά και αντίστοιχα μεγαλύτερη σκλαβιά, μεγαλύτερη εξατομίκευση αλλά και αποπροσωποποίηση...Στις μελαγχολικές Δημοκρατίες μας ο Δήμος διατήρησε την δυνατότητα επιλογής . Έχασε την δύναμη και την ικανότητα της απόφασης Διακρίνουμε μια μάρκα ρούχων από μια άλλη, ένα τύπο ουίσκι από κάποιον άλλο, μια σεξουαλική στάση από μια άλλη. Ψάχνουμε απελπισμένα για διαφορές. Αυτό που μετρά ειναι η διάκριση, όχι το περιεχόμενο, καθώς η ύπαρξη τέτοιων διαφορών μας κάνει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν ακόμη στον κόσμο ιδιότητες

Ως« ο τελευταίος κρίκος της μακραίωνης καπιταλιστικό ΄δημοκρατικό –ατομικιστικής περιπέτειας »:που με την επιλογή και τη συνεχή αλλαγή μας εκπαιδεύει στην ελευθερία θεωρήθηκε η Μόδα η κατά Μπενγιαμιν «αιώνια επανάληψη του καινούργιου»  Όμως σ έναν κόσμο με τη μόδα ως αρχή , έχουμε περισσότερα κίνητρα αλλά και περισσότερη βαρεμάρα, μεγαλύτερη χειραφέτηση αλλά και αντίστοιχα μεγαλύτερη σκλαβιά, μεγαλύτερη εξατομίκευση αλλά και αποπροσωποποίηση...Στις μελαγχολικές Δημοκρατίες μας ο Δήμος διατήρησε την δυνατότητα επιλογής . Έχασε την δύναμη και την ικανότητα της απόφασης Διακρίνουμε μια μάρκα ρούχων από μια άλλη, ένα τύπο ουίσκι από κάποιον άλλο, μια σεξουαλική στάση από μια άλλη. Ψάχνουμε απελπισμένα για διαφορές. Αυτό που μετρά ειναι η διάκριση, όχι το περιεχόμενο, καθώς η ύπαρξη τέτοιων διαφορών μας κάνει να ελπίζουμε ότι υπάρχουν ακόμη  στον κόσμο ιδιότητες


ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΣ

«

προφητεία

θαρθει μια Μέρα...


Θαρθει μια μέρα που όλα αυτά
-το σύμπαν οι αστερισμοί κιοι Γαλαξίες
Και όλα τα μελλούμενα και το παρόν
Κι ο παρελθόντας χρόνος και οι τόποι
Και τα στεγνά κουφάρια μας και οι σελήνες
Του κόσμου τα Ηφαίστεια , τα Βαλτοτόπια ,
Τα Άχραντα μυστήρια και οι θεοί , οι Λέξεις ,
Η δυναμη της ελξης , η παλιροια και τα παιχνίδια
Ο έρωτας
Των γυναικών τα αιδοία κι οι Φαλλοί , της γης τ' αιώνια Ρολόγια , τα Ξωκλήσια ,
Τα βουνά ,
Όλες οι χιονισμένες Κορυφές , οι ορειβάτες ,
Και τα Χρηματιστήρια , η Γηραιά Αγγλία και η Ρώμη
Τα Νιάτα και τα Ξυπνητήρια
Και ο σπαραγμός σωμάτων , μια γυναίκα τρέμει μέσα στη Νύχτα , η Αγάπη
Και οι σπασμοί του σεξ , κι οι ηδονές του κόσμου και το χρήμα
Και η ωμότητα της σάρκας και οι πόλεις ,
Η Βία
Η Λαγνεία
Και η ανία των στιγμών που μοιάζουν με κινήσεις εκκρεμούς
Τα ζώα
Τα πετούμενα, τα έντομα και τα λουλούδια κιοι λωτοί , τα μανιτάρια,
Και τα κομπιούτερ φυσικά τα λάπτοπ και οι κολοσσοί του πλουτου,βαβυλώνες
Και οι Αλεξάνδρειες μαζί , τα πλοία
Που πάνε στην Αμερική κιολα τα Όνειρα και οι εφιάλτες και εγώ και συ, θαρθει μια μέρα
Που όλο μας το Συμπαν θα χαθεί ,μια εκπνοή η απουσία , η τελευταία η στιγμή,μεσ’την ακινησία
Την τελική την σιωπή
Κα η ψυχή ακόμα
Θα εξαφανιστεί
Μεσ’ την στην αστείρευτη αντιστροφή του χρονου,

στη φωτεινή τη νύχτα

που ολοι καρτερούμε

οι Κατοικοι του Κρόνου

οι Κατοικοι του Κρόνου

Αφού πρώτα Φάγαμε το μέλλον των παιδιων μας
 Τώρα
Τρωμε και τον Δεκέμβρη  τους

MίλτοςΣαχτούρης'' Δεν είναι ο Oιδίποδας ''

MίλτοςΣαχτούρης'' Δεν είναι ο Oιδίποδας ''














Δεν είναι ο Oιδίποδας







Ένας μεγάλος ουρανός γεμάτος χελιδόνια
τεράστιες αίθουσες δωρικές κολώνες
τα πεινασμένα τα φαντάσματα
καθισμένα σε καρέκλες στις γωνιές
να κλαίνε
τα δωμάτια με τα νεκρά πουλιά
ο Aίγιστος το δίχτυ ο Kώστας
ο Kώστας ο ψαράς ο πονεμένος
ένα δωμάτιο γεμάτο τούλια πολύχρωμα που ανεμίζουνε
νεράντζια σπάνε τα τζάμια στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας σκοτωμένος
ο Oρέστης σκοτωμένος
ο Aλέξης σκοτωμένος
σπάνε τις αλυσίδες στα παράθυρα
και μπαίνουν μέσα
ο Kώστας ο Oρέστης ο Aλέξης
άλλοι γυρίζουνε στους δρόμους από το πανηγύρι
με φώτα με σημαίες με δέντρα
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει κάτω
φωνάζουν τη Mαρία να κατέβει από τον Oυρανό
τ' άλογα τ' Aχιλλέα πετούν στον ουρανό
βολίδες συνοδεύουνε το πέταμά τους
ο ήλιος κατρακυλάει από λόφο σε λόφο
και το φεγγάρι είναι ένα πράσινο φανάρι
γεμάτο οινόπνευμα
τότε νυχτώνει η σιωπή τους δρόμους
και βγαίνει ο τυφλός με το μπαστούνι του
παιδιά τον ακλουθάνε στις μύτες των ποδιών
δεν είναι ο Oιδίποδας
είναι ο Hλίας της λαχαναγοράς
παίζει μιαν εξαντλητική θανάσιμη φλογέρα
είναι ο νεκρός Hλίας της λαχαναγοράς

MίλτοςΣαχτούρης(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977)
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=18&author_id=43

Η Σκοτωμένη ΧελιδΩνα

Η Σκοτωμένη ΧελιδΩνα


Μες τον Μπαξέ μας κάποτε, Τρύπωσε Χελιδώνα
-που νόμιζε πως βρέθηκε σε παραδείσου Δώμα -

και κούρνιασε σε μια Γωνιά και κλώσησε τ'αυγά της
μας είδε και τιτίβισε γλυκά απ' τη χαρά της


μας Δώρισε χαμόγελα ,φτερούγισε κοντά μας
και νόμιζε πως σαν κιαυτήν πως είναι κι η Καρδιά μας


Γιατί η Χελιδωνα μας είχε Ελευθερία
Μα την δική μας την Καρδιά , κατείχε η Μοχθηρία


Κιοταν μας χαμογέλασε της βγάλαμε το Μάτι
και στο κορμί της βγάλαμε το φθονερό μας άχτι


κιολοι μαζί σκοτώσαμε,την μανα Χελιδώνα
-με να μαχαίρι στην καρδια και μια βαριά κοτρόνα



Κι υστερα τεμαχίσαμε τα μαύρα τα φτερά της
Και την Διχάλα κόψαμε της Χελιδωνουράς της



κι ύστερα της ανοίξαμε την άσπρη την κοιλιά της
κι εκεί μάταια ψάξαμε τα ολόασπρα αυγά της



Και αφού με αίμα βάψαμε τα ολολευκα μας Χέρια
Ολόχαροι ευχηθήκαμε , κοιτάζοντας τ' Αστέρια


''Μεγαλοδύναμε Θεέ στείλε Χελιδονάκια

Κι εμείς θα τα σκοτώσουμε

Γιατί'μαστε ανθρωπάκια ''

Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

για την Αγάπη και την Εξάρτηση


για την Αγάπη και την Εξάρτηση
υπάρχει το είδος της αγάπης που μάλλον (και δυστυχώς )είναι και το κυρίαρχο στις μέρες μας (και σε όλη τη σύγχρονη εποχή) η αγάπη ως εξάρτηση
«το μόνο που παρατηρώ είναι πόσο πολλή δυστυχία φέρνει η εξιδανίκευση της εξάρτησης. Φτάνει να πάρει κανείς τις Μεγάλες Ιστορίες Αγάπης-Ρωμαίος και Ιουλιετα , Τραβιατα, Άννα Καρενινα, Καρμεν , Αντώνιος και Κλεοπάτρα, Αιντα, Δόκτωρ Ζιβαγκο,Τριστάνος και Ιζολδη

Μόλις το αναφέρεις στους ανθρώπους , μια ονειροπόλα λάμψη φωτίζει το πρόσωπο τους και λένε«Ω, είναι θαυμάσιες έτσι δεν είναι ;
Ε! λοιπόν δεν είναι θαυμάσιες… Σε καμία από αυτές δεν υπάρχουν ούτε δέκα λεπτά καθημερινής ευτυχίας και χαράς. Συνήθως οι εραστές γεύονται μια σταλίτσα υπέρτατης έκστασης αλλά πέρα από αυτή η δυστυχία είναι απέραντη. Μαχαιρώνονται, θάβονται ζωντανοί, ρίχνονται μπροστά σε τρένα, η αυτοκτονούν με φίδια φαρμακερά,,…

Λοιπόν , γιατρέ ,για ποιο λόγο ταυτίζουν λες όλη αυτή την εξάρτηση και την επακόλουθη δυστυχία με την αληθινή αγάπη;

περι προδοσίας


)



Oλοι αυτοί οι ανταγωνισμοί και μετά ο χειμαρρος της προδοσίας.
Κάθε ψυχή και το δικό της εργοστασιο προδοσίας.
Για όποιο λόγο θες: επιβίωση ,συγκίνηση, πρόοδο, ιδεαλισμό.
Για χάρη της ζημιάς πού μπορεί να γίνει, του πόνου πού μπορεί να προκληθεί.
Για την σκληρότητα πού εμπεριεχει.
Για την ηδονη πού εμπεριέχει.
Την ηδονή του να εκδηλώνεις την κρυφή δυναμή σου.
Την ηδονή του νακυριαρχείς στους αλλους ,
να καταστρέφεις προσωπα πού είναι εχθροί σου.
Τους εκπλήσσεις. ..

Είναι ενας τρόπος για να ανταποδίδεις στους αλλους το αίσθημα κατωτερότητας πού σου προκαλούν , 
το ότι σε υποτιμούν ,
το αισθημα της απογοητευσης στη σχεση σου μαζί τους. 

Η ιδια η υπαρξη τους μπορεί να σε καταρρακώνει,
ειτε επειδή δεν εισαι ό,τι είναι εκείνοι είτε επειδή εκείνοι δεν είναι ο,τι εισαι εσύ.
Κι ετσι τους επιβάλλεις τη δικαιη τιμωρία τους.''


Φίλιπ Ροθ παντρεύτηκα έναν κομμουνιστή
μεταφραση Τρισευγενη Παπαιωάνου (1998) 2000 ΠΟΛΙΣ

ο ΛΑΚΑΝ για το ασυνείδητο

αφιερωμένο σε όσους ακόμα -έχουν- κεφι

Μεσ τη Κοιλιά σου κρυβεται πτωμα ενα παιδάκι

Μεσ τη Κοιλιά σου κρυβεται πτωμα ενα παιδάκι

Αυτό που δεν αντεχεται ,το πνίγει η Μοχθηρία
Κι ο Φθόνος των ατάλαντων και η Μικροψυχία
Αυτη η μεσα μας φωτιά , αυτό το φώς που καίει
Αυτό που μεσα απ’ τη καρδιά αργά σαν λάβα ρέει


αυτός ο χτυπος της καρδιάς,το Ρυθμικό ρολόι
που σαν τον Χρόνο εκρίνεται,αιώνιο μοιρολόι
οι χάντρες του κομπολογιου ,ψυχών μας κομποσχοίνι
Το πιο βαθύ μας φάντασμα, που καίγεται και σβύνει,


η μέσα μας η έκρηξη, Τά Ρω του έρωτα μας
Κι οι αναμνήσεις της ζωής που χανονται σιμά μας
που σας χτυπά στο προσωπο ,και που σας εξοργίζει
ειναι η Ιδια η ζωή , η μέσα σας που Σφύζει


Κι εσεις την πνιξατε αργά,μέ μοχθηρό σχοινάκι
Μεσ’τη κοιλια σου βρισκεται ,πτωμα, ενα παιδάκι

που σε κοιτά απο μεσα σου, με σκοτωμένο μάτι
Που απ’ τη ζωή ξεπέζεψες απ’ του όνειρου το άτι

η σύγκρουση προϋποθέτει κοινωνίες με κάπως ξεκάθαρες τάξεις , ρόλους ,κουλτούρες.. Στην Ελλάδα ανέκαθεν είχαμε μάλλον προστριβές , αψιμαχίες ,κάτι σαν τον Δήθεν πόλεμο φυλών , επίδειξη δύναμης του τύπου ''Ξερεις ποιος είμαι εγώ ρε;''' σε ένα σύστημα που επιβίωνε χάρη στη διαρκή του ρευστότητα ,στη διαρκή αναδιαπραγμάτευση .. Τώρα κάποιοι (άτομα και ομάδες ) συνεχίζουν σε αυτό το παιχνίδι των προστριβών ..Έτσι έχουν μάθει Όμως υπορρητα , υπόκωφα γνωρίζουν ότι αυτή η εποχή της αμοιβαίας αψιμαχίας έχει πια τελειώσει .. Δεν τολμούν να κάνουν ένα βήμα παραπέρα από την κόκκινη γραμμή ,,αν και την πατάνε συνεχώς ελπίζοντας οτι ο άλλος θα κάνει την πρώτη κακή κίνηση Βίας - και έτσι θα φορτώσουν σε αυτόν το κακο - γνωρίζοντας βέβαια ότι όλα αυτά δεν μπορεί να οδηγήσουν πουθενά και ελπίζοντας ότι ζούμε σε ενα Εφιάλτη απο όπου - δεν μπορεί - κάποιος θα μας ξυπνήσει ..αλλά παρόλα αυτά βυθιζόμαστε όλο και σε χειρότερους εφιάλτες όπως στην ταινία inception ενώ δεν βλέπουμε πουθενά καμιά σβούρα ναγυριζει και να μας θυμίζει οτιι ονειρευόμαστε.

τι αλλαξε στην φυση της Πολιτικής: Πολύ σχηματικά απο τον αυστηρο διαχωρισμό Δημοσιου και Ιδιωτικου ρολου και χωρου περναμε στην Αντιστροφή ..εκεινο πια που μας ενδιαφερει στις κοινωνιες της Οικειοτητας δεν ειναι ο Δημοσιος λόγος του Πολιτικου ανδρος (η γυναικός) αλλά η ιδωτική-οκεία- εικονα του : Στιγμες οικογενειακής ”ευτυχιας” αν εχει καλά παιδακια (χωρις διαλυτικά ) αν μας μιλαει με οικειο τροπο , αν ειναι απλός , απο που ειναι κ.λ.π. (



Ο Ρ. Σενετ στο βιβλίο του: Η Τυραννια της Οικειοτητας”(κλασσικό βιβλιο πια για την πολιτική κοινωνιολογια ) δειχνει με εμπεριστατωμενο τροπο
το τι αλλαξε στην φυση της Πολιτικής:
Πολύ σχηματικά απο τον αυστηρο διαχωρισμό Δημοσιου και Ιδιωτικου ρολου και χωρου περναμε στην Αντιστροφή ..εκεινο πια που μας ενδιαφερει στις κοινωνιες της Οικειοτητας δεν ειναι ο Δημοσιος λόγος του Πολιτικου ανδρος (η γυναικός) αλλά η ιδωτική-οκεία- εικονα του : Στιγμες οικογενειακής ”ευτυχιας” αν εχει καλά παιδακια (χωρις διαλυτικά ) αν μας μιλαει με οικειο τροπο , αν ειναι απλός , απο που ειναι κ.λ.π. ( οσοι θελουν να εξηγησουν το φαινομενο Ψωμιαδη , Καρατζαφερη και σια ας το διαβασουν …αν και οι Ψωμιαδηδες μαλλον δεν εχουν διαβασει οτιδηποτε μοιαζει με βιβλίο) …Ε μαλλον καποια ακρη μπορει να βρεθει ..Γιατί και Μπλογκς τι αλλο ειναι παρα΄η εισοδος του πολύ προσωπικου και μύχιου (προσωπικά ημερολογια -στην Δημοσιοτητα και στην πολιτική)


λεει καποιος
”Το blogging μετατοπίζει στο δημόσιο χώρο τον εσωτερικό μονόλογο ενός σκεπτόμενου ανθρώπου, ο blogger διεκδικεί την αυτονόητη ελευθερία έκφρασης και εξομολογητικής διάχυσης, και έχει με το μέρος του την κοινή ευαισθησία.”


Παρατηρησεις :
α) Μου θυμίζει την περιφημη ρήση της Μαφάλντα: πως τολμας να μην ακους τον Μονόλογο μου ρεεεεεεεεεεεεεεεεεε;

β)τι δουλεια εχει στον δημοσιο χωρο ο εσωτερικός μονόλογος οποιουδηποτε ; ειτε σκεπτομενου ειτε μη σκεπτομενου;γ) απο που κιως που η εξομολογητική διαχυση ειναι ”αυτονόητο δικαιωμα”;

γ)(παρατηρηση …Αυτό ακριβώς ”αυτονόητο δικαιωμα στην εξομολογητική διαχυση ”βλεπει ως κινδυνο στην εποχή μας και ο Ρ. Σενετ στο βιβλιο του ” η τυραννία της οικειοτητας” αλλά και ο Τσαρλς Ταιηλορ)

δ)Αυτό δεν οδηγει και σε ενα εκ των ενδον ρεσαλτο στον Δημοσιο χωρο ;(ο οποιος ετσι ιδιωτικοποιειται βαναυσα; )τελικά ο δημοσιος χωρος κινδυνει να γινει χωρος για πλιατσικο



. φαινεται σχημα οξυμωρο η ”εξομολογητική Διαχυση”στον Δημοσιο χωρο …Διοτι

εννοιολογικά η εξομολογηση καθε ειδους εξορισμου ειναι συγκεντρωμένη , μυχια και ιδωτική …”Τα εν Οικω μη εν δημω ” και επισης προυποθετει και το περιβλημα ενός Μυστικου που εξ-ομολογεισαι σε Προσωπα που εμπιστευεσαι… Εκτός αν δεν ειναι Εξομολογητική διαχυση πραγματικά , αλλ ά κατι αλλο που μεταμφιεζεται σε ”Εξομολογητική διαχυση”
Σχόλιο από Νοσφεράτος Μάρτιος 28, 2008

κατι

κατι



κάτι που ταν πολύτιμο και ήταν απο χρυσάφι
το βάλαμε ενέχυρο ,μια μέρα στον σαράφη

κάτι που ήταν δροσερό κι ήταν αναπνοή μας
μα τώρα λειώνει σαν κερί μαζί με την ψυχή μας

κάτι έχει σπάσει μέσα μας κι ειναι σακατεμένο
κατι που είχαμε ακριβό και τώρα είναι θαμμένο

κάτι που χασαμε παλιά ψαχνουμε να το βρούμε
κι'αναρωτιομαστε κρυφά''αραγε ακομα ζούμε;''

Αυτή η Χωρα η απέθαντη που είναι λυπημένη
θυμίζει κάτι μέσα μας που τώρα αργοπεθαίνει...

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Δειγματολόγιο συναισθημάτων:



Δειγματολόγιο συναισθημάτων: Του Πέτρου Θεοδωρίδη


Δημοσιευτηκε στο  ΕΝΕΚΕΝ 


Αποσπασμα : 


....Μιλώντας για τον άνθρωπο δεν μπορούμε παρά να μιλήσουμε και για τα συναισθήματα, τις συγκινήσεις, τα πάθη. Για τον ζωντανό κόσμο των συναισθημάτων, που «είναι σαν ένα μεγάλο δάσος με την πανίδα του. Βιώνουμε αυτά τα συναισθήματα σα να ήταν άγρια ζώα που ορμούν μέσα από το φύλλωμα της πυκνής μας υπόστασης, κοιτώντας ερευνητικά με ανησυχία ή πλησιάζοντας αμείλικτα με ύπουλο και πανούργο τρόπο, συνδέοντάς μας με τον άγνωστο εαυτό μας» 


Και μήπως όλοι μας δεν έχουμε νιώσει μέσα μας μια αδιάκοπη παρέλαση των συναισθημάτων; Κάθε μας σκέψη είχε την αρχή και το τέλος της. Κάθε συναίσθημα και διάθεση που νιώσαμε έχει αντικατασταθεί από κάποιο άλλο. Έχουμε —όλοι μας κατά καιρούς— νιώσει θλιμμένοι, ευχαριστημένοι, ζηλιάρηδες, ντροπιασμένοι, ερωτευμένοι, περήφανοι και οποιοδήποτε άλλο υπαρκτό συναίσθημα. Πού πήγαν όλα αυτά; Το μόνο που ξέρουμε είναι ότι τα συναισθήματα και οι διαθέσει μας σταδιακά εξαφανίζονται μέσα στο τίποτα. 


Συναίσθημα —μας λέει η Isabelle Filliozat— «είναι η φυσιολογική ανταπόκριση σε κάποιο ερέθισμα. Τα απλά συναισθήματα είναι: φόβος θυμός, λύπη, χαρά.»


Για τον Dylan Evans υφίσταται η διάκριση ανάμεσα στα βασικά και τα ανώτερα γνωστικά συναισθήματα. 

Τα βασικά συναισθήματα είναι παγκόσμια και εγγενή. Εμφανίζονται ξαφνικά και διαρκούν μερικά δευτερόλεπτα.

Τέτοια συναισθήματα είναι η Χαρά, η Απελπισία, ο Θυμός, ο Φόβος, η Έκπληξη και η Απέχθεια.

Όμως, υπάρχουν και τα γνωστικά συναισθήματα.
 Όταν κάποιος νιώθει απέχθεια στη θέα περιττωμάτων, αυτό είναι ένα βασικό συναίσθημα. Όταν όμως νιώθουμε απέχθεια για μια ανήθικη πράξη, η βασική συναισθηματική αντίδραση που είναι προορισμένη να μας κρατάει μακριά από μολυσμένα ή δηλητηριώδη πράγματα επιλέγεται επίσης και για την κοινωνική λειτουργία που μας κρατάει μακριά από άτομα ανάξια εμπιστοσύνης. Τα γνωστικά συναισθήματα είναι παγκόσμια, αλλά εμφανίζουν μεγάλη πολιτισμική διαφοροποίηση. Επίσης, χρειάζονται περισσότερο χρόνο, για να αναπτυχθούν, όπως και για να εκλείψουν, συγκριτικά με τα βασικά συναισθήματα. 

Τα ανώτερα γνωστικά συναισθήματα περιλαμβάνουν τον Έρωτα, την Ενοχή, την Ντροπή, την Αμηχανία, την Περηφάνια, τον Φθόνο, την Ζήλια. 


Τα συναισθήματα διακρίνονται από τις διαθέσεις. 

Όταν έχουμε χαρούμενη διάθεση, όλα μοιάζουν σφριγηλά και γεμάτα ζωή, ενώ όταν είμαστε θλιμμένοι, τα πάντα είναι μουντά ή νεκρά. 

η διάθεση είναι πάντα κάτι γενικό, επηρεάζει συνολικά τον κόσμο. 
Τα συναισθήματα δεν είναι απαραιτήτως γενικά· όταν θυμώνουμε, συνήθως θυμώνουμε με ένα συγκεκριμένο άτομο. Υπάρχουν όμως ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπου οι περισσότεροι από μας νιώθουμε θυμωμένοι με ολόκληρο τον κόσμο.


Μιλώντας γενικά μπορούμε να πούμε ότι ένα συναίσθημα φυσιολογικά έχει ένα αντικείμενο, ενώ η διάθεση όχι.
 Οι διαθέσεις έχουν να κάνουν περισσότερο με την ολότητα όλων των αντικειμένων, δηλαδή με τον κόσμο συνολικά. 
Οι διαθέσεις δεν είναι απλώς εσωτερικές καταστάσεις που προβάλλονται σ’ έναν κόσμο χωρίς νόημα. Δεν μπορούμε να καθορίσουμε αν μια διάθεση είναι κάτι «εσωτερικό» η «εξωτερικό» ως προς το υποκείμενο. 

«Μια αλλαγή της διάθεσης πρέπει συνεπώς να εκλαμβάνεται ως μια αλλαγή στον κόσμο —όταν λειτουργούμε με μια έννοια του κόσμου ως κάτι που μπορεί να έχει ή να μην έχει νόημα— αφού δεν διαθέτουμε έναν μη εναρμονισμένο κόσμο για να κάνουμε συγκρίσεις, έναν κόσμο που δεν θα επηρεάζεται από την αλλαγή της διάθεσης».


Η οργή


''Η οργή έχει τη νοσηρή ηδονή της μοχθηρίαςκι ένα από τα συστατικά της είναι η πιο δυσάρεστη μορφή επιθυμίας, η λαχτάρα να πληγώσεις τον άλλον.''

(Πλούταρχος)




Ας ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας στον κόσμο των καταστρεπτικών συναισθημάτων μ’ ένα πολύ γνωστό συναίσθημα, την οργή. «Ένα ισχυρό πάθος ή αίσθημα δυσαρέσκειας και συνήθως ανταγωνισμού που προκαλείται από ένα αίσθημα αδικίας ή προσβολής».

Ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι «η οργή είναι ανάμικτος μετά λύπης επιθυμία να εκδικηθούμε φανερά ορισμένο πρόσωπο». Όμως ο Αριστοτέλης δεν θεωρούσε την οργή ως κάποιο είδος «αμαρτήματος». Αντίθετα, την έβλεπε ως μια εντελώς φυσιολογική συναισθηματική αντίδραση και πνευματική στάση. Την θεωρούσε χρήσιμη, συσχετίζοντάς την με τον «φόβο», καθώς υποστήριζε πως η οργή μπορεί να διώξει τον φόβο και να δώσει αυτοπεποίθηση στα άτομα, προκειμένου να αντιμετωπίσουν αυτό που αντιλαμβάνονται ως απειλή.

Για τον Κικέρωνα η οργή «είναι η επιθυμία να τιμωρήσουμε ένα πρόσωπο που πιστεύουμε ότι μας αδίκησε». 

Ο θυμός «είναι η οργή την ώρα που γεννιέται και πρωτοεμφανίζεται», το μίσος «είναι οργή συσσωρευμένη από καιρό», η εχθρότητα είναι «οργή που ψάχνει ευκαιρία να εκδικηθεί». Και χόλος είναι «πικρή οργή που έχει τις ρίζες της στα βάθη της ψυχής και της καρδιάς». Ο φιλόσοφος Σενέκας ονομάζει την οργή «το πιο καλά κρυμμένο και πιο μανιασμένο από όλα τα αισθήματα». 

Όταν ορίζει την οργή ο Σενέκας αποδέχεται τον ορισμό του Αριστοτέλη. Xαρακτηρίζει την οργή ως «μια φλογερή επιθυμία ανταπόδοσης του πόνου». Την διακρίνει από την ωμότητα, την επιθετικότητα, το παραλήρημα και τη φρενίτιδα, οι οποίες, όπως λέει, κυριεύουν και τα ζώα. Για τον Σενέκα η οργή, μολονότι είναι ένα συναίσθημα, εμπεριέχει στοιχεία ανθρώπινου «λόγου». «Tο να θες να βλάψεις κάποιον... Αυτά δεν είναι έργο μιας αθώας παρόρμησης. Εδώ έχουμε ένα σύμπλεγμα που συνίσταται από διαφορετικά συστατικά: συνειδητοποίηση, αγανάκτηση, καταδίκη, ανταπόδοση. Όλα αυτά είναι αδύνατον να συμβούν δίχως την συναίνεση του νου».


Ο Άγιος Αυγουστίνος αντιτίθεται στην αριστοτελική άποψη της «δικαιολογημένης οργής». «Είναι καλύτερο ν’ αποκλείσεις τη δίκαιη και εύλογη οργή από το να τη δεχτείς όσο μικρή κι αν είναι. Στην αρχή δεν είναι παρά μια ακίδα και πριν προλάβεις να το καταλάβεις μεγαλώνει και γίνεται ολόκληρο κοντάρι».

 Στη βουδιστική Ανατολή η οργή (Dvesha) εκλαμβάνεται ως ένας εθισμός (Klesha) ή ένα δηλητήριο (Visha), ένα από τα τρία πρωταρχικά δηλητήρια (μαζί με την απληστία και την πλάνη) που συνιστούν την πραγματική αιτία της δυστυχίας (samsara), του ατέρμονου φαύλου κύκλου ζωής της ματαιότητας.


Η ζήλια



''Αυτό το συναντάμε γενικά στον έρωτα για τις γυναίκες. Όποιοςφαντάζεται πραγματικά τη γυναίκα που αγαπάει πως παραδίνεται σ’ έναν άλλο θα θλιβεί, όχι μόνο γιατί παρεμποδίζεται η δική του όρεξη, αλλά και γιατί είναι υποχρεωμένος να συνδέει την εικόνα του πράγματος που αγαπάει με τις απεκκρίσεις του άλλου, και για τούτο την αποστρέφεται
Βaruch Spinoza


Συναίσθημα είναι και η ζήλια. Το ρήμα ζηλεύω προέρχεται από το ζήλος και σημαίνει: επιθυμώ έντονα κάτι που στερούμαι, εποφθαλμιώ, φθονώ.
 Ζήλια σημαίνει: δυσαρέσκεια για ξένη ευτυχία. Ζήλος, μας λέει ο Κικέρωνας, σημαίνει ταυτόχρονα «άμιλλα», μίμηση της αρετής, αλλά και «ζήλια», δηλαδή «λύπη, επειδή κάποιος άλλος έχει αποκτήσει αυτό που θα θέλαμε κι εμείς να έχουμε». Ζηλοτυπία σημαίνει επίσης «λύπη, επειδή κάποιος άλλος κατέχει αυτό που επιθυμούσαμε για τον εαυτό μας». 

Και η ερωτική ζήλια; Συνήθως συνοδεύεται από μια ενδόμυχη φράση· «δεν μ’ αγαπάει πια ή δεν μ’ αγαπάει αρκετά. Ή δεν μ’ αγαπάει τόσο…». «Αν κάποιος φανταστεί» έλεγε ο Σπινόζα «πως ένας άλλος συνδέεται με το πράγμα που αγαπάει με τον ίδιο φιλικό δεσμό ή με στενότερο από εκείνον με τον οποίο αυτός το είχε στην κατοχή του, θα αισθανθεί μίσος για το πράγμα που αγαπάει και θα φθονήσει τον άλλον. Αυτό το μίσος για ένα πράγμα που αγαπάμε μαζί με τον φθόνο ονομάζεται ζηλοτυπία, κι έτσι η ζηλοτυπία δεν είναι παρά μια ταλάντευση της ψυχής».


Ο Παύλος Αλεξάντροβιτς Φλωρένσκι, ρώσος θεολόγος και φιλόσοφος των αρχών του 20ού αιώνα, αποδίδει στην (ερωτική) ζήλια την κατεξοχήν θετική αξία. 

«Η ζήλια είναι αυτή η αγάπη αλλά στο “άλλο είναι” της, στην ετερότητά της· είναι ένα από τα στοιχεία του έρωτα, η βάση του, η ουσία του, η πρώτη νύχτα του κόσμου, απ’ όπου ξεμυτίζει η αχτίδα της αγάπης. Γιατί η αγάπη » συνεχίζει ο Φλωρένσκι «δεν έχει μόνον οικουμενικότητα, αλλά είναι και περιγεγραμμένη, όχι μόνον είναι απεριόριστη αλλά και περίκλειστη».


Γιατί στη ζήλια ενυπάρχει μια εξύψωση του άλλου στο επίπεδο του Εσύ, του προσώπου. «Ο έρως είναι ελεύθερη επιλογή. Το Εγώ διαλέγει ένα μόνο πρόσωπο και μ’ αυτό κτίζει μια σχέση, συνδέεται ψυχικά. Αυτό το συνηθισμένο πρόσωπο το Εγώ θέλει να το βλέπει σαν εξαιρετικό, αυτό που είναι σκιερό το θέλει φωτεινό, το καθημερινό το κάνει γιορτινό».

 Όμως, από την άλλη μεριά, ο Aldo Carotenuto βλέπει την (ερωτική) ζήλια ως παγίδα που μας αιχμαλωτίζει στο αγαπημένο πρόσωπο. Η ζήλια, μας λέει ο Carotenuto, αναπόφευκτα βγαίνει στην πολυτάραχη σκηνή της προδοσίας. Η συμπεριφορά και η ικανότητα του ανθρώπου για τη δημιουργία σχέσεων, που ως εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζαν τη ζήλια, ξαφνικά μεταμορφώνονται.


«Ο εραστής νιώθει το κορμί της γυναίκας (του) στα ξένα χέρια ως βιασμό του δικού του κορμιού. Ο ζηλιάρης, δηλαδή ο άνθρωπος του ίμερου, το μόνο που μπορεί να πει στη γυναίκα είναι ένα απλό: “Δώσε μου πίσω την ψυχή μου”». O εραστής λέει: «Την αγαπώ τόσο πολύ, ώστε το θέλω της είναι και δικό μου». Μόλις όμως εμφανισθεί ο κίνδυνος, η πιθανότητα ότι ο εραστής είναι αντικαταστάσιμος, αρχίζει το αληθινό δράμα. Η αρχική φράση τώρα μετατρέπεται: «Ήθελα να μη ποθεί εκείνο που ήθελε να ποθεί». 

Είναι η στιγμή που ο εραστής, με τη φαιά στολή του ζηλότυπου, θα μισήσει ό,τι λάτρεψε.


Η διάσταση του φλογερού έρωτα, τόσο τέλειου που φαντάζει εξωπραγματικός, ξαφνικά ανατρέπεται, γίνεται προδοσία και μας παγιδεύει στον πόνο της μοναξιάς μας. Δεν είμαστε σε θέση πλέον να διατηρούμε αντικειμενική σχέση με τα γεγονότα, τα οποία ερμηνεύονται αποκλειστικά και μόνο με βάση μια βασανιστική, καταναγκαστική προοπτική της επιβεβαίωσης των υποψιών μας. «Όταν η ζήλια αντικαταστήσει τον έρωτα, η ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών που ζήσαμε μαζί μετατρέπονται σε εικόνες που μας παγιδεύουν και μας βασανίζουν». 

Δύο μεγάλοι δραματικοί ποιητές των νεότερων χρόνων πήραν δύο φορές για θέμα τους την ανδρική τιμή. 
Ο Σαίξπηρ και ο Καλντερόν. 
Όμως, όπως παρατηρεί ο Octaviο Paz, οι ήρωες των ισπανικών δραμάτων, και ιδίως του Καλντερόν, δεν είναι (ερωτικά) ζηλότυποι. Εκδικούμενοι, ξεπλένουν μια κηλίδα που αμαύρωνε τη τιμή τους. Δεν είναι ερωτευμένοι, είναι οι φύλακες της υπόληψής τους. Αντιθέτως, στο πρόσωπο του σαιξπηρικού Οθέλου συνυπάρχει μια αυθεντική ερωτική ζήλια και ο θυμός του προσβεβλημένου άνδρα. 
Ο Προυστ είναι, σύμφωνα με τον Octaviο Paz, ο μεγάλος σύγχρονος ερευνητής της ζήλιας. Ο Σουάν και η Οντέτ —ήρωες του μεγάλου έργου του Προυστ «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»— είναι αήθεις. Εκείνη δεν τον αγαπά, τον χρησιμοποιεί. Ούτε κι αυτός την αγαπά, την περιφρονεί. Με την Οντέτ δεν τον δένει μήτε η τυραννία της σεξουαλικής έλξης μήτε εκείνη του πνεύματος. Η Οντέτ τον σαγηνεύει γιατί είναι απροσπέλαστη, όχι το σώμα της, αλλά η συνείδησή της. «Πάντα κάτι από αυτήν θα του διέφευγε, θα ήταν πάντοτε άλλη».


Και δεν μπορεί να την αποχωριστεί, τον δένει μαζί της η ζήλια του. Ύστερα από χρόνια, ενθυμούμενος το πάθος του, εξομολογείται: «Και να σκεφτείς πως άσκοπα ξόδεψα χρόνια από τη ζωή μου, πως θέλησα να πεθάνω, πως είχα τον πιο μεγάλο μου έρωτα, για μια γυναίκα που δεν μου άρεσε, που δεν ήταν ο τύπος μου!».


Για τον φθόνο 


''Κάποτε κάθισα για ώρα μονάχος και παρατηρούσα ένα παιδί. Ξεχείλιζε από μοχθηρία. Τι είδους αθωότητα όμως είναι αυτή, να τρέχει πλούσιο και άφθονο το γάλα από τη μητρική πηγή, κι εμείς να μην αντέχουμε να το μοιραστούμε με τον αδελφό που το έχει τόσο ανάγκη, γιατί αυτό είναι η μοναδική τροφή που τον κρατά ζωντανό; 


Άγιος Αυγουστίνος


Για τον Λακάν ο φθόνος (invidia) είναι ιδιότητα του βλέμματος. Προέρχεται από το ρήμα videre (βλέπω). «H invidia, η πιο υποδειγματική, είναι αυτή που διαπίστωσα εδώ και πολύ καιρό στον Αυγουστίνο, ο οποίος περιγράφει τον φθόνο του μικρού παιδιού που κοιτάζει τον αδελφό του κρεμασμένο στο στήθος τη μητέρας του». «Εκείνο, παρατηρεί ο Λακάν, που το μικρό παιδί ή οποιοσδήποτε φθονεί, δεν είναι διόλου αναγκαστικά εκείνο που θα μπορούσε να ορέγεται. Το παιδί που κοιτάζει τον μικρό του αδελφό, ποιος μας λέει ότι έχει ακόμη ανάγκη να είναι στο μαστό; Καθένας ξέρει ότι ο φθόνος προκαλείται συνήθως από την κατοχή αγαθών τα οποία σ’ αυτόν που φθονεί δεν θα χρησίμευαν σε τίποτε, και που ούτε καν υποψιάζεται την αληθινή τους φύση. Αυτός είναι ο αληθινός φθόνος. Κάνει το υποκείμενο να χλομιάζει μπροστά σε τι; Μπροστά στην εικόνα μιας πληρότητας που ξανακλείνεται».


Για την Melanie Klein ο φθόνος σχετίζεται με την επιδίωξη του παιδιού για τον μαστό της μητέρας, στον οποίο θα προτιμούσε να είχε μια εφ’ όρου ζωής επικαρπία. «Το πολύ φθονερό πρόσωπο, λέει η Melanie Klein, είναι ακόρεστο, ποτέ δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, επειδή ο φθόνος του προέρχεται από μέσα, και επομένως πάντα βρίσκει ένα αντικείμενο να εξουσιάζει».


Στον φθόνο το υποκείμενο φθονεί την απόλαυση του Άλλου ως τέτοια και δεν επιθυμεί το ίδιο το αντικείμενο. Η μόνη του επιθυμία είναι η καταστροφή της απόλαυσης και της ύπαρξης του Άλλου. Ο φθόνος πάντα είναι μειωτικός. Η ζήλια είναι «η λάμια με τα φαρμακερά μάτια», αλλά «ο φθόνος έχει αλλήθωρα, στραβά και κοκκινισμένα από το κλάμα μάτια».


Στη ζήλια ισχύει το «θέλω ό,τι έχει», στον φθόνο το «θέλω να μην έχει ό,τι έχει», γιατί αυτό με κάνει να αισθάνομαι κατώτερος συγκρινόμενος μαζί του.

Ο φθόνος —καθολικό συναίσθημα σε όλους τους πολιτισμούς αλλά κυρίως άθλημα των μικρών πόλεων, όπως παρατήρησε ο Κίρκεγκορ— είναι «το αίσθημα ταπείνωσης και μοχθηρίας που προκαλείται από την παρατήρηση των ανώτερων πλεονεκτημάτων που κατέχει κάποιος άλλος».


Ο φθονών φθονεί τον Άλλο χωρίς να έχει πραγματικά μια σχέση μαζί του. Θέλει μόνο να τον δει να ταπεινώνεται, να απογυμνώνεται, να ζημιώνεται, χωρίς ο ίδιος να έχει ένα πραγματικό όφελος από αυτό. «Όμως σίγουρα έχει ένα φαντασιακό όφελος· θεωρεί τη φαντασιακή εικόνα του εαυτού του εξυψωμένη, μη αμφισβητούμενη από την εικόνα του Άλλου ως ενός ανταγωνιστή». Για το φθονερό πρόσωπο ωστόσο το ερώτημα, όταν βλέπει κάποιον που έχει μεγαλύτερη τύχη, είναι: «Γιατί όχι σ’ εμένα; Γιατί αυτοί έχουν άφθονα φυσικά χαρίσματα που δεν προσφέρονται σε μένα;»


Και βέβαια ο αληθινός φθόνος δεν προορίζεται για τους σπουδαίους ή τους παρά πολύ χαρισματικούς, αλλά για εκείνους που η κατάστασή τους απλώς μοιάζει να είναι λιγάκι καλύτερη από τη δικιά μας. Γιατί σε μια εξισωτική κοινωνία, όπου η ισότητα είναι ο εξαγγελθείς στόχος, ο φθόνος ενδέχεται να είναι ακόμα πιο έντονος. Ο φθόνος προσλαμβάνει τη μορφή ισοπέδωσης κι «ενώ μια παθιασμένη εποχή επιταχύνει, δημιουργεί και ανατρέπει, εξυψώνει και υποτιμά, μια στοχαστικά απαθής εποχή κάνει ακριβώς το αντίθετο: καταστέλλει και παρακωλύει, ισοπεδώνει».


Η «συντριπτική και αδιανόητη ανισότητα, ιδίως όταν έχει ένα στοιχείο του ανέφικτου, προκαλεί πολύ λιγότερο φθόνο από την ελάχιστη ανισότητα, η οποία αναπόφευκτα κάνει τους φθονερούς να σκεφτούν: “Θα μπορούσα να είμαι στη θέση του”».

Υπερηφάνεια 

''Kάθε έκφραση υπερηφάνειας ή υπεροψίας (στους άλλους) μάς είναι δυσάρεστη, επειδή απλώς κλονίζει την δική μας υπερηφάνεια''David Hume

Η άλλη πλευρά του νομίσματος της ντροπής είναι η υπερηφάνεια. Η αυτοεκτίμηση, η πίστη στον ολοκληρωμένο εαυτό μας και στην αξία της αφήγησης του εαυτού μας. Να μια άλλη διαφορά της ντροπής από την ενοχή· η ενοχή δεν έχει ένα θετικό (συν)αίσθημα ως αντίστοιχο. Ένα πρόσωπο που επιτυχώς προωθεί μια αίσθηση υπερηφάνειας για τον εαυτό του αισθάνεται ότι η ταυτότητά του είναι δικαιωμένη και ενιαία.
Η υπερηφάνεια —ως συναίσθημα— είναι μια πάρα πολύ εύπλαστη έννοια, με παρά πολλές σημασίες. 

Υπάρχει υπερηφάνεια χαμένη, πληγωμένη, θιγμένη, αποκατεστημένη, ανυπόφορη, απίστευτη, ασυγχώρητη. Η έννοια της υπερηφάνειας εκφέρεται με ρήματα. Υπερηφανεύομαι, καυχιέμαι, καμαρώνω, κορδώνομαι για κάτι. Υπάρχουν τα συμπτώματα και οι εκδηλώσεις της υπερηφάνειας: Σύμβολο, ίχνος υπερηφάνειας. Υπάρχουν τα αρνητικά συμπτώματα της υπερηφάνειας: Η αλαζονεία, η έπαρση και η ύβρις, η οίηση, καθώς και θετικά συγγενή της υπερηφάνειας: o αυτοσεβασμός, η αυτοεκτίμηση και η αξιοπρέπεια.

Ο Ευάγριος ο Ποντικός ήταν από τους πρώτους χριστιανούς στοχαστές που αναφέρθηκαν στα κύρια αμαρτήματα —ήταν οκτώ κατά την άποψή του— και στη λίστα του η ματαιοδοξία και η υπερηφάνεια κατείχαν την έκτη και την έβδομη θέση. Αργότερα, τον 6ο αιώνα, ο πάπας Γρηγόριος ο Α΄ ανέδειξε την υπερηφάνεια στην πρώτη θέση μεταξύ των επτά αμαρτημάτων.
Για τον Γρηγόριο, ο πυρήνας της υπερηφάνειας είναι μια έπαρση κατά την οποία ο άνθρωπος «διασχίζει μόνος τους αχανείς χώρους της σκέψης του και σιωπηλά αγλαΐζει τον εαυτό του».
Για τον Άγιο Αυγουστίνο η υπερηφάνεια παροτρύνει τον άνθρωπο να εκτοπίσει τον θεό, να ενεργεί αγνοώντας σκόπιμα τα ανθρώπινα όρια. Η λύση θα ήταν να επιδιώκουν οι άνθρωποι την ταπεινοφροσύνη.
Για τον Θωμά τον Ακινάτη η υπερηφάνεια ισοδυναμεί με την παράλογη επιθυμία του ανθρώπου να εξυψωθεί και με την περιφρόνηση για τον Θεό. Αντίθετα, η ταπεινοφροσύνη έχει το καλό ότι αποσπά τον νου «από την υπέρμετρη επιθυμία των πραγμάτων».60 Οι αρχαίοι Έλληνες καταδίκαζαν την ύβριν —την αλαζονική υπερηφάνεια—, επειδή ακύρωνε τις κύριες αρετές της ανδρείας, της εγκράτειας και της σοφίας, που στήριζαν την πολιτική τάξη και καθιστούσαν εφικτή την ενάρετη ζωή.
Όμως, ο Αριστοτέλης θεώρησε την υπερηφάνεια ως «το κόσμημα των αρετών» και υποστήριζε ότι υπερήφανος ή, όπως έλεγε, μεγαλόψυχος άνθρωπος είναι εκείνος που «θεωρεί τον εαυτό του άξιο μεγάλων πραγμάτων, επειδή είναι πραγματικά άξιος μεγάλων πραγμάτων».
Από την άλλη, περιφρονούσε την υπέρμετρη ταπεινοφροσύνη, επειδή ο ταπεινόφρων άνθρωπος πιστεύει ότι αξίζει λιγότερο απ’ όσα αξίζει και γι’ αυτό αδυνατεί να εκτιμήσει την πραγματική του αξία. Η αρετή της υπερηφάνειας ή, όπως λέει Αριστοτέλης, της «μεγαλοψυχίας» έγκειται στο ότι είναι το μέσο μεταξύ των δυο άκρων της «χαυνότητας» και της «μικροψυχίας». Το να είναι κανείς άξιος τιμών είναι το έπαθλο της αρετής, και άρα η υπερηφάνεια είναι το κόσμημα των αρετών, επειδή «τις κάνει μεγαλύτερες». Φυσικά, ο Αριστοτέλης προϋποθέτει ότι ο υπερήφανος άνθρωπος απαιτεί και αξίζει τα περισσότερα, επειδή κατέχει όλες τις αρετές. Το ενδιαφέρον των φιλοσόφων και άλλων συγγραφέων για το θέμα της υπερηφάνειας ήταν μεγάλο και εκφραζόταν από τον Αλεξάντερ Πόουπ που δήλωνε πως «στο ότι δικαιολογούμε την υπερηφάνεια έγκειται το λάθος μας», μέχρι τον Ντέιβιντ Χιουμ, για τον οποίο «κάθε έκφραση υπερηφάνειας ή υπεροψίας (στους άλλους) μάς είναι δυσάρεστη, επειδή απλώς κλονίζει τη δική μας υπερηφάνεια» και τον Σπινόζα, που πίστευε ότι «η υπερβολική ταπεινοφροσύνη ή κατήφεια μαρτυρεί αδυναμία πνεύματος».