Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Η «χαμένη» γενιά των μεταναστών(αναδημοσιευση απο τον Ν. Αgo)






Πολύς λόγος και από πολλούς για τα παιδιά των μεταναστών. Τούτο τον καιρό, μάλιστα, είναι και στην επικαιρότητα, λόγω των αναμενόμενων κυβερνητικών ενεργειών, που οι ίδιοι οι γονείς τους, αλλά και η κοινωνία, εδώ και καιρό περιμένουν. Ευελπιστούν να δοθεί μια λύση σε αυτό το φλέγον θέμα, που τείνει να μετατραπεί σε γόρδιο δεσμό και που έχει προλάβει κιόλας να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στα ίδια τα παιδιά.



Εκτός όμως από τα παιδιά που γεννήθηκαν στην ελληνική επικράτεια ή ήρθαν σε πολύ μικρή ηλικία και συμμετείχαν σε όλες τις βαθμίδες τους ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, υπάρχει μια ξεχωριστή κατηγορία νέων στους οποίους σπάνια έως ποτέ έχουμε αναφερθεί. Το ότι δεν αναφερόμαστε και σε αυτή την κατηγορία νέων μεταναστών, δεν σημαίνει ότι παύει να υφίσταται το θέμα. Και είναι τόσο γραφειοκρατικό όσο και υπαρξιακό.



Η Αϊντα είναι παιδί μεταναστών. Γεννήθηκε στην Αλβανία και ήρθε στην Αθήνα όταν ήταν στην πρώτη Γυμνασίου. Τέλειωσε το Λύκειο με καλούς βαθμούς και πέρασε στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, στο τμήμα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών. Με το τέλος των σπουδών της, βρέθηκε σε μια κατάσταση που την έκανε να καταλάβει, την έκανε να μπει απότομα στη ζωή. Ήθελε να πάει στη Γερμανία να κάνει master, αλλά δεν τα κατάφερε. Ενώ πληρούσε τις προϋποθέσεις, χρειαζόταν να έχει και άδεια παραμονής στην Ελλάδα για να μπορεί να ταξιδέψει. Την εποχή που έπρεπε να ταξιδέψει, όμως, είχε μόνο την μπλε βεβαίωση, που έλεγε ότι «οι γονείς της έχουν καταθέσει τα δικαιολογητικά για άδεια διαμονής».



Η βεβαίωση αυτή έχει αξία μόνο για εσωτερική χρήση και δεν μπορεί ο κάτοχος να ταξιδεύει. Ταυτόχρονα, στην Ελλάδα δεν μπορούσε να διεκδικήσει θέση σε δημόσια υπηρεσία λόγο της καταγωγής της και του ειδικού καθεστώτος που διέπει το Δημόσιο. Όπως γνωρίζουμε, θέση στον δημόσιο τομέα μπορούν να απολαμβάνουν μόνο οι Έλληνες πολίτες ή σε κάποιες περιπτώσεις και πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Αϊντα, ενώ σπούδασε στην Ελλάδα και μένει μόνιμα στην Ελλάδα, λόγω του ότι δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, φυσιολογικά έμεινε έξω από αυτήν την πιθανότητα.



Σκέφτηκε ωστόσο να διεκδικήσει θέση στη χώρα που γεννήθηκε. Απευθύνθηκε σε διάφορες δημόσιες υπηρεσίες της Αλβανίας, ευελπιστώντας ότι το πτυχίο της από το Πανεπιστήμιο Πειραιά θα τις άνοιγε τις πόρτες για μια αξιοπρεπή καριέρα. Να σημειώσουμε εδώ πως η αναγνώριση των πτυχίων ξένων πανεπιστήμιων στην Αλβανία, γίνεται με ευκολότερο τρόπο από τον απίστευτα γραφειοκρατικό και πολλές φορές αποτρεπτικό που βιώνουν στην Ελλάδα οι Έλληνες φοιτητές που σπουδάζουν έξω. Εκεί, όμως, το θέμα της ήταν άλλο.



Λόγω του γεγονότος πως είχε σπουδάσει έξω, δεν είχε την επιθυμητή επάρκεια στη γλώσσα. Και αυτό μπορεί να θεωρηθεί εντελώς λογικό, από τη στιγμή που με την αλβανική γλώσσα δεν είχε επαφή από το δημοτικό. Εκτός αυτού, είχε να αντιμετωπίσει και τη γνωστή μέθοδο του «μέσου», που είναι βαλκανική αρρώστια, και έτσι βρέθηκε σε έναν φαύλο κύκλο. Αποτέλεσμα όλων αυτών των σκοπέλων, που έπρεπε να αντιμετωπίσει, είναι η απογοήτευση που δοκίμασε και η αίσθηση της “ξένης” και στις δυο χώρες.



Η περίπτωσή της δεν είναι η μοναδική. Είναι χιλιάδες οι περιπτώσεις, κυρίως νέων από την Αλβανία, που ήρθαν στην Ελλάδα οντάς στις πρώτες τάξης του Δημοτικού ή του Γυμνασίου, τελείωσαν εδώ τις σπουδές τους και μετά ήρθαν αντιμέτωποι με το τεράστιο δίλημμά του «και τώρα τι κάνουμε;». Η μετανάστευση γι’ αυτούς δεν ήταν επιλογή. Οι γονείς τους τούς πήραν μαζί, μην έχοντας επιλογή πού να τα αφήσουν. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, συνομήλικοί τους, είτε τα παράτησαν εδώ με τις πρώτες δυσκολίες είτε έμειναν στην Αλβανία να τελειώσουν το σχολείο, μακριά από τους γονείς τους και στην προστασία συγγενών.



Πολλοί από αυτούς δε, που ήρθαν εδώ σε σχολική ηλικία, προτίμησαν της τεχνικές σχολές. Μια βόλτα στα ΤΕΙ ή στα ΕΠΑΛ το επιβεβαιώνει πλήρως. Μόνο στο 2 ΕΠΑΛ Γαλατσίου, από το σύνολο των 196 μαθητών, το 55% προέρχονται από τη λεγόμενη δεύτερη γενιά. Είναι δηλαδή παιδιά που είτε έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα (η πλειονότητα) είτε έχουν έρθει από τις πατρίδες τους σε πολύ μικρή ηλικία και, σε κάθε περίπτωση, έχουν περάσει από το Δημοτικό και το Γυμνάσιο σε ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Από το σύνολο αυτό, το 45% προέρχεται από την Αλβανία και το άλλο 10% από όλες τις άλλες κοινότητες των μεταναστών.



Και τα προηγούμενα χρόνια, με γνώμονα πάντοτε την άμεση επαγγελματική τους τακτοποίηση, τα παιδιά των μεταναστών προτιμούσαν το ΕΠΑΛ.



Μπορεί να μεταφραστεί ως συρρίκνωση φιλοδοξιών ή ως διέξοδος αντιμετώπισης της απειλής που παραμόνευε να πνίξει τη φιλοδοξία; Σε κάθε περίπτωση, η γενιά αυτή, για την οποία δεν έχουμε συνηθίσει να μιλάμε, είναι, κατά τη γνώμη μου, και η πιο αδικημένη. Άφησε την πατρίδα σε μια ηλικία που δεν μπορούσε να αποφασίσει και βρέθηκε αντιμέτωπη με μια κατάσταση που δεν μπορούσε να ανατρέψει. Κι έτσι, είτε προσάρμοσε τα όνειρα στο μικρό κάδρο των αναγκών των γονιών της είτε τόλμησε και βγει από αυτό και τα κατάφερε.



Το παράδειγμα του Οδυσσέα Τσενάι, που τα’ βαλε με “θεούς και δαίμονες” και βγήκε κερδισμένος, απολαμβάνοντας σήμερα στης ΗΠΑ τους καρπούς της προσπάθειάς του, δεν είναι το μόνο. Υπάρχουν ακόμα πάρα πολλοί άλλοι, δίπλα σε αυτούς που είναι στο σταυροδρόμι των επιλογών και των αμφιβολιών, που έχουν κατασταλάξει και δημιουργούν. Ποτέ δεν ήταν εύκολη υπόθεση η μετανάστευση. Ακόμα περισσότερο, δεν ήταν εύκολη η επιτυχία στα ξένα. Μα αυτοί που τα κατάφεραν αποτελούν για τους άλλους το απτό παράδειγμα. Εξάλλου, όπως λέει και μια σοφή ρήση, οι επιτυχημένοι δεν κάνουν διαφορετικά πράγματα, κάνουν τα πράγματα διαφορετικά.



Σήμερα στην Αυγή της Κυριακής

πηγη
http://odromos.wordpress.com/2009/11/29/%CE%B7-%C2%AB%CF%87%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7%C2%BB-%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%AC-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD/

Δεν υπάρχουν σχόλια: